Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Πειθαρχία, δεξιότητες, αριστεία και εκπαίδευση της αγοράς


Εν μέσω κορονοϊού, πανδημίας και κλειστών σχολείων η κυβέρνηση της ΝΔ επέλεξε να καταθέσει το νομοσχέδιό της για την Παιδεία. Το Υπουργείο ακολούθησε, για ακόμη μία φορά, την εκπαιδευτική πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Καταθέτει ένα αντιδραστικό εκπαιδευτικό νομοσχέδιο με κλειστά τα σχολεία, επιχειρώντας να περιορίσει τις όποιες πολιτικές αντιδράσεις στους σχεδιασμούς του. Γνωρίζει αφενός ότι οι μεταρρυθμιστικές του προτάσεις δεν ανταποκρίνονται στις μορφωτικές ανάγκες της νέας γενιάς και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών και αφετέρου προσπαθεί να αξιοποιήσει την πρωτοφανή κρίση για να εμπεδώσει μέτρα που είχαν ανασταλεί με τη δράση του εκπαιδευτικού κινήματος όλη την προηγούμενη μνημονιακή περίοδο. Λειτουργούν ως κοινοί πολιτικοί απατεώνες με μηδενική, ωστόσο, πολιτική συναίνεση και στον κόσμο της εκπαίδευσης αλλά και στην κοινωνία.

Αξιοποιούν την πανδημία για να επιβάλουν το φτηνό, αυταρχικό σχολείο της αγοράς, των δεξιοτήτων και των ταξικών φραγμών. Βαδίζουν πάνω στη γραμμή του ΟΟΣΑ για το ελληνικό σχολείο, πατάνε πάνω στη μνημονιακή νομοθεσία, ειδικά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, για να αποδομήσουν το ήδη ρημαγμένο δημόσιο σχολείο και να αλλάξουν ριζικά το παιδαγωγικό και μορφωτικό του DNA. Η ΝΔ επαναφέρει το σύνολο των εκπαιδευτικών θέσεων ΕΕ–ΟΟΣΑ, των υποδείξεων του ΣΕΒ και του ΙΟΒΕ για την ελληνική εκπαίδευση, αξιοποιεί κάθε αντιεκπαιδευτικό μέτρο σε ακόμη αντιδραστικότερη κατεύθυνση και καμιά πανδημία δεν μπορεί να αποκρύψει αυτή την προφανή πραγματικότητα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση της ΝΔ δεν νιώθει καμιά ανάγκη να νομιμοποιήσει τις προτεινόμενες αλλαγές της με μια ευρύτερη αφήγηση για την κοινωνία, τη μόρφωση και τη νέα γενιά. Αλήθεια, γιατί όλη αυτή η μεταρρυθμιστική βιασύνη εν μέσω οικονομικής και υγειονομικής κρίσης; Σε ποια κοινωνία και σε ποιο μορφωτικό πρόγραμμα εντάσσονται οι προτεινόμενες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις; Η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προηγούμενα, επιλέγει να μην έχει πραγματική αιτιολογική έκθεση για τη μεταρρυθμιστική της παρέμβαση.

Το 2010 η κα Διαμαντοπούλου επιχειρούσε να τεκμηριώσει τις μεταρρυθμιστικές της παρεμβάσεις περιγράφοντας, με όρους καρικατούρας ασφαλώς, ένα παλιό σχολείο που αντιστοιχούσε στον υποτιθέμενο εθνικό καπιταλισμό και σε ένα νέο σχολείο αντίστοιχο με τις παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες και τα υπερεθνικά οικονομικά δίκτυα. Σε αυτή τη γενική αφήγηση το νέο σχολείο κι η μορφωτική του λειτουργία αντιστοιχούσαν στον φουτουριστικό κόσμο της καινοτομίας και δημιουργικότητας που θεωρητικά εκπροσωπούσαν οι εταιρείες της πληροφορικής και η παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Σήμερα, μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση της ελληνικής κοινωνίας και τη σταδιακή πολιτική απονομιμοποίηση της ΕΕ, δεν μπορούν να υπάρχουν ηρωικές αφηγήσεις, παρά μόνο στρατευμένοι, μνησίκακοι νοσταλγοί της χρεοκοπημένης εκπαιδευτικής συνταγής του ΟΟΣΑ. Η κα Κεραμέως και οι πρόεδροι του ΙΕΠ και της ΑΔΙΠΠΔΕ, σαν μην έχει αλλάξει τίποτα στην ελληνική κοινωνία, αξιοποιούν την πανδημία για να εμπεδώσουν τα ταξικά εκπαιδευτικά σχέδια που ο αστισμός έχει διαμορφώσει εδώ και δύο δεκαετίες. Είναι μια συντηρητική εκπαιδευτική πολιτική, προβλέψιμη προφανώς πολιτικά, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη για το μέλλον του δημόσιου σχολείου.

Από αυτήν την άποψη θα πάρουν και την απάντηση που παίρνουν εδώ και δύο δεκαετίες. Ανοίγει προφανώς ένας νέος κύκλος εκπαιδευτικών αντιπαραθέσεων που το επίδικο για τη μια πλευρά της αντίθεσης είναι οι δεξιότητες για τους πολλούς κι η αριστεία για τους λίγους, ο πειθαρχικός έλεγχος και η αγορά ανταλλαγής εκπαιδευτικών εμπορευμάτων, ενώ για τον άλλο πόλο το δημόσιο σχολείο για όλους, οι μορφωτικές ανάγκες, η κοινωνική δικαιοσύνη και η εργατική χειραφέτηση.

Θεωρούμε υποκριτική τη γενική τοποθέτηση του πρώην υπουργού Παιδείας κ. Γαβρόγλου για ένα γενικό αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο ενάντια στους εκπαιδευτικούς σχεδιασμούς της Δεξιάς και τις συγκεκριμένες αναπόφευκτες τεχνολογικές αλλαγές του σύγχρονου καπιταλισμού. Το ζήτημα δεν είναι τεχνολογικό. Στην παραπάνω τοποθέτηση υποκρύπτεται το ταξικό πρόσημο της εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι δυνάμεις της Δεξιάς, αξιοποιώντας τη νομοθεσία του ίδιου του κ. Γαβρόγλου και με βάση τις προτάσεις ΟΟΣΑ επιχειρούν να οριοθετήσουν, για ακόμη μια φορά, τον καμβά ενός φτηνού σχολείου, της ελαστικής απασχόλησης, ενός σχολείου αυταρχικού, ταξικού, προσανατολισμένου στην αγορά και τις δεξιότητες, ενός σχολείου τεχνοκρατικού, απογυμνωμένου από κάθε ευρύτερο μορφωτικό ρόλο. Εν ολίγοις, μια ελληνική εκδοχή του νέου καπιταλιστικού σχολείου, προσαρμοσμένου, προφανώς, στις ανάγκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού και της πολιτικής του ηγεμονίας.

Στη βάση των παραπάνω θεωρούμε ότι μπορούμε να διαβάσουμε τη μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία του Υπουργείου στη βάση τεσσάρων διαστάσεων: α. Δημοσιονομική, η οποία σχετίζεται με τις προτάσεις του ΟΟΣΑ για δραστική μείωση του εκπαιδευτικού προσωπικού και των εκπαιδευτικών δαπανών, β. Νεοφιλελεύθερη, με την έμφαση αφενός στην προώθηση του λεγόμενου ευέλικτου εργαζομένου και αφετέρου με τη λειτουργία των σχολείων και πανεπιστημίων με όρους αγοράς, γ. Νεοσυντηρητική, που αναδεικνύει την αγωνία της αστικής τάξης και της κυβέρνησης της Δεξιάς για καταστολή και πειθάρχηση όλων των εκπαιδευτικών υποκειμένων, δ. Ταξική, η οποία συμπυκνώνει τις προηγούμενες διαστάσεις στην κατεύθυνση ενός πιο επιλεκτικού, ελιτίστικου και αυταρχικού σχολείου.

Ασφαλώς, η διάκριση σε τέσσερις διαστάσεις είναι καθαρά σχηματική, καθώς οι επιμέρους μεταρρυθμιστικές αλλαγές αλληλοτροφοδοτούνται, έστω και αντιφατικά. Ο αποκλεισμός, για παράδειγμα, των 17χρονων από τα ΕΠΑΛ είναι και δημοσιονομική προτεραιότητα και σκληρά ταξική. Αντίστοιχα η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας αναδεικνύει μεν τον νεοφιλελεύθερο τεχνοκρατισμό της κυρίαρχης πολιτικής, αλλά και τάσεις πειθαρχικού ελέγχου και τυποποίησης της εκπαιδευτικής πρακτικής για τις οποίες ενδιαφέρεται ο νεοσυντηρητισμός της κας Κεραμέως. Τέλος, η επιχειρηματικοποίηση του πανεπιστημίου προϋποθέτει ΜΑΤ και κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου.

Αυτή η αντιφατική ενότητα καπιταλιστικού εκπαιδευτικού εκσυγχρονισμού, λιτότητας, νέου ελιτισμού και νεοσυντηρητικών, παλαιομοδίτικων και, ενδεχομένως, δεξιών εμμονών βασίζεται ιδεολογικά και τροφοδοτείται κοινωνικά από την πραγματικότητα της καπιταλιστικής επέλασης που ετοιμάζεται για την εργαζόμενη πλειοψηφία σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Η ατομική ευθύνη, η επιχειρηματικότητα, το έθνος που παλεύει από κοινού, οι παραδοσιακές αξίες της εκκλησίας, ενίοτε και ο άκρατος ανορθολογισμός συνθέτουν τα ιδιαίτερα «τοξικά υλικά» της νέας αστικής ηγεμονίας για το σχολείο και την κοινωνία. Λίγη τηλεκπαίδευση με θεία κοινωνία αλλά και με μπόλικη φτώχεια, αυτή είναι και η γραμμή όλων: από τον Τραμπ στις ΗΠΑ μέχρι την Ουγγαρία και τη Βραζιλία. Ο φουτουριστικός τεχνοκρατισμός των νέων τεχνολογιών συναντά την κοινωνία του 19ου αιώνα και τους σύγχρονους προσφυγικούς καταυλισμούς. 

α. Δημοσιονομική Πειθαρχία 

Ο ΟΟΣΑ και στις τρεις εκθέσεις του για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μέσα στην τελευταία δεκαετία (2011-2016-2017) τόνιζε εμμονικά ότι το ελληνικό σχολείο είναι ακριβό και η αναλογία εκπαιδευτικών–μαθητών αναντίστοιχη με το διεθνές πρότυπο. Μετά από κάθε έκθεση του ΟΟΣΑ ακολουθούσε ένα πρόγραμμα συρρίκνωσης του δημόσιου σχολείου.

Πιο συγκεκριμένα, οι προτάσεις του 2011 οδήγησαν σε ένα μαζικό κύμα συγχωνεύσεων–καταργήσεων σχολικών μονάδων και αντίστοιχα στα χρόνια ΣΥΡΙΖΑ η πρόταση ΟΟΣΑ είχε ως συνέπεια τη θεσμοθέτηση του ΠΔ 79, το οποίο αποτελούσε και αποτελεί ένα εν δυνάμει πρόγραμμα διαρκών συγχωνεύσεων σχολείων. Όλα αυτά, βέβαια, εν μέσω μιας συνεχούς φλυαρίας για την ανάγκη μόνιμων διορισμών στην εκπαίδευση.

Σήμερα η κα Κεραμέως πατώντας πάνω στη γραμμή ΟΟΣΑ αλλά και στο ΠΔ 79 αυξάνει όχι μόνο τον αριθμό των μαθητών/τριών ανά τμήμα (24 + 10%, άρα 26) αλλά και ορίζει και κατώτατο όριο τους 16 μαθητές στο νηπιαγωγείο και τους 20 μαθητές στο δημοτικό. Δεν θα αναλύσουμε εδώ πλήρως τα μαθηματικά του υπουργείου, η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι προφανής για όποιον σχετίζεται κάπως με το δημόσιο σχολείο. Κλείνουν περίπου το 30% των τμημάτων στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση περιμένουμε υπουργική απόφαση, αλλά υπάρχουν ήδη οι διατυπωμένες θέσεις του Εθνικού Διαλόγου του κ. Λιάκου που οδηγούν σε μαζικό κλείσιμο λυκειακών μονάδων. Επιπλέον, διάσταση δημοσιονομικού «εξορθολογισμού» έχει και η μείωση των ομάδων προσανατολισμού στη Γ’ λυκείου -από 4 σε 3- αλλά και η επιβολή ηλικιακού ορίου -στα 17 έτη- για την εγγραφή στα ΕΠΑΛ, που αναφέρθηκε και προηγουμένως.

Η δημοσιονομική διάσταση, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι απλά οικονομική. Η επιδίωξη δηλαδή ενός πιο φτηνού σχολείου για την εργαζόμενη πλειοψηφία. Χωρίς να υποτιμούμε καθόλου αυτή την πλευρά της εκπαιδευτικής πολιτικής, η δημοσιονομική διάσταση αποτελεί, ταυτόχρονα, τον βασικό μηχανισμό για τη συνολική αναδιάρθρωση των εκπαιδευτικών πρακτικών. Μόνο σε συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας μπορεί πολιτικά να περπατήσει ένα σχολείο της πειθάρχησης, των δεξιοτήτων και της αριστείας. Μέσα σε συνθήκες έκτακτων δημοσιονομικών περιορισμών, αναπόφευκτα, μετατοπίζονται κρίσιμα εκπαιδευτικά ζητήματα στην ορθή εκπαιδευτική επιλογή των γονιών και στην προσωπική τους ευθύνη, στη συνετή διαχείριση των ποικίλων εκπαιδευτικών managers, στην ανεύρεση χορηγών και στην άντληση κεφαλαίων από τον ιδιωτικό τομέα. Κάπως έτσι περπάτησε ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός της Θάτσερ στο μακρινό 1988 στη Βρετανία.

Για να είμαστε απλοί και κατανοητοί: κλείνουν σχολεία μαζικά, όχι μόνο για τα πλεονάσματα, αλλά για να υπηρετήσουν ένα πολύ ευρύτερο εκπαιδευτικό σχέδιο, ταξικά αντιδραστικό, αντεργατικό και αντιεκπαιδευτικό ταυτόχρονα. 

β. Νεοφιλελευθερισμός – τεχνοκρατισμός

Είναι εντυπωσιακό ότι περίπου το 1/3 του νομοσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας -εν μέσω πανδημίας- είναι αφιερωμένο στα πρότυπα/πειραματικά σχολεία. Τα πρότυπα–πειραματικά σχολεία είχαν κεντρική θέση και στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ΝΔ και υπογραμμίζουν, σήμερα, υπό μία έννοια, την κεντρική νεοφιλελεύθερη διάσταση των προτεινόμενων αλλαγών. Δεν είναι μια εμμονή απλά του νέου προέδρου του ΙΕΠ, αλλά μια σαφής δήλωση αλλαγής πολιτικών και ιδεολογικών προτεραιοτήτων στο πεδίο του δημόσιου σχολείου.

Τα πρότυπα–πειραματικά σχολεία δεν είναι κάτι καινούριο για τη δημόσια εκπαίδευση. Σήμερα, ωστόσο, αποκτούν μια νέα ιδεολογική νοηματοδότηση. Θεωρητικά συμπυκνώνουν την έννοια της αριστείας, δηλαδή ενός σχολείου ανταγωνιστικού, όπου επιβιώνει όποιος/α προσπαθεί αρκετά και κάνει σωστές εκπαιδευτικές επιλογές. Λειτουργούν ως προπομποί της δημιουργίας διαφορετικών σχολικών μονάδων με διακριτό θεσμικό προφίλ στην κατεύθυνση της ανάπτυξης προοπτικά διευρυμένων εκπαιδευτικών αγορών. Για αυτό και η εμμονή και η διαρκής υπογράμμισή τους. Ο νεοφιλελευθερισμός παντού λειτουργεί στη βάση της σχολικής διαφοροποίησης και στην ανάπτυξη θεωρητικά διακριτών τύπων σχολείων που καθιστούν δυνατή και επιθυμητή τη σχολική επιλογή.

Σε αυτήν την κατεύθυνση κινούνται σε επίπεδο περιεχομένου και οι λεγόμενες ήπιες δεξιότητες (soft skills). Οι ήπιες δεξιότητες και τα «εργαστήρια δεξιοτήτων», απλά αναπαράγουν την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα στην προοπτική ανάπτυξης μιας ευέλικτης εργατικής δύναμης σε συνθήκες καθολικής εργασιακής ανασφάλειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά, τόσο ανοικτά, σε επίσημο κρατικό κείμενο η γνώση ταυτίζεται με τη συντήρηση και σύστοιχες, με αυτήν, παιδαγωγικές πρακτικές, ενώ οι δεξιότητες θεωρητικά αντιπροσωπεύουν την καινοτομία και τον «παιδαγωγικό προοδευτισμό». Προγραμματικά συνεπώς, έστω και έμμεσα, δηλώνεται ότι το δημόσιο σχολείο οφείλει να προσανατολιστεί ολοκληρωτικά στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και όχι στην ολόπλευρη μόρφωση της νέας γενιάς. Αυτό που θα πρέπει να κυριαρχεί είναι οι οικονομικές αναγκαιότητες του κεφαλαίου σε κάθε διάσταση των εκπαιδευτικών πρακτικών. Γι’ αυτό, σχολειοποιείται και το νηπιαγωγείο, κατακερματίζοντας το ενιαίο πρόγραμμά του σε ένα πακέτο επιμέρους δεξιοτήτων και θεματικών αντικειμένων. Το σχολείο των δεξιοτήτων δεν είναι όμως ένα σχολείο της καινοτομίας γενικά και αόριστα, αλλά ένα σχολείο άμεσα συνδεδεμένο με την παραγωγή του αναγκαίου «ανθρώπινου κεφαλαίου», δηλαδή του ευέλικτου εργαζόμενου που θα πρέπει να αναπροσαρμόζει διαρκώς την υποκειμενικότητά του, με βάση τις ανάγκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Σε αυτόν τον ορίζοντα δεν θα μπορούσε να λείπει ασφαλώς και η μόνιμη εκπαιδευτική εμμονή της άρχουσας τάξης: η αξιολόγηση. Αναπαράγοντας τον ν. 4547 του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση κινείται στον ορίζοντα της ολιστικής πλέον αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. Το πλέγμα δεδομένα-αποτίμηση-πειθαρχικός έλεγχος-τυποποίηση των εκπαιδευτικών πρακτικών επανέρχεται στο προσκήνιο σε άμεση συνάρτηση με μια εκπαίδευση ολιστικά προσανατολισμένη, θα λέγαμε εμείς, στο πεδίο της αγοράς αλλά και με βάση τις οδηγίες του ΟΟΣΑ για την ανάπτυξη «κουλτούρας αξιολόγησης». Με εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση, με ένα ελεγχόμενο, πανοπτικό, ιεραρχικό, γραφειοκρατικό σύστημα, σύμφωνα με τις βασικές κατευθύνσεις των υπερεθνικών οργανισμών. 

Αναθέτουν μάλιστα στον πρόεδρο της ΑΔΙΠΠΔΕ, τον θαυμαστή της «λίστας Danielson» (ΠΔ 152) να προτείνει ένα νέο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Έχει δίκιο ο πρόεδρος του ΙΕΠ: η εκπαιδευτική πολιτική επιστρέφει, με αρκετές δόσεις ΣΥΡΙΖΑ -για να είμαστε έντιμοι για τη συμβολή όλων στην αντιεκπαιδευτική πολιτική- στο σκηνικό 2013-2014. Ας λάβουν υπόψη ωστόσο και τις αντιδράσεις του κόσμου της μαχόμενης εκπαίδευσης την ίδια περίοδο. 

Η εκπαίδευση γίνεται ακόμη περισσότερο πεδίο επιχειρηματικού κέρδους. Το νομοσχέδιο ευνοεί τη διαμόρφωση νέων πεδίων για την επιχειρηματικοποίηση της εκπαίδευσης, όπως τα εργαστήρια δεξιοτήτων στα σχολεία, οι τεχνολογικές καινοτομίες, η εξ αποστάσεως «εκπαίδευση» και οι fast track επιμορφώσεις για επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών που θα αξιολογούνται. Η ίδρυση των ξενόγλωσσων τμημάτων με δίδακτρα στα πανεπιστήμια αλλά και η ακόμη μεγαλύτερη απελευθέρωση του πεδίου της έρευνας στις επιχειρηματικές ανάγκες, κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση.

γ. Νεοσυντηρητισμός

Ο νεοσυντηρητισμός αποτελεί κεντρική συνιστώσα των εκπαιδευτικών σχεδιασμών των τριών τελευταίων δεκαετιών σε διεθνές επίπεδο. Δεν επικεντρώνεται στο άτομο, στην αγορά και στην καινοτομία της επιχειρηματικότητας, όπως ο νεοφιλελευθερισμός. Τα ενδιαφέροντά του είναι αφενός το έθνος, οι παραδοσιακές αξίες και κυρίως ο πειθαρχικός έλεγχος συμπεριφορών, σωμάτων και οπτικών και αφετέρου προωθεί μια ριζική αναθεώρηση για το παρελθόν και την ιστορία, που απαξιώνει τη συμβολή του εργατικού κινήματος. Θυμίζει συχνά τη Δεξιά της μεταπολεμικής καρφίτσας, αλλά αντιπροσωπεύει στην πράξη κάτι ριζικά νέο, καθώς συνδέεται με τον υπερφιλελεύθερο καπιταλισμό της ανταγωνιστικότητας, την ίδια στιγμή που σηκώνει όλο το βάρος της ιδεολογικής μάχης ενάντια στον μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό και στα υπολείμματα των όποιων εργατικών δικαιωμάτων. Η Δεξιά αποτελεί προνομιακό χώρο του νεοσυντηρητισμού και η κα Κεραμέως είναι, πιθανά, η ιδανικότερη εκπρόσωπός του εκπαιδευτικά μετά τον Β. Κοντογιαννόπουλο. 

Εκτιμούμε ότι οι παρεμβάσεις της κας Κεραμέως στις ποικίλες εθνικές γιορτές για το δημόσιο σχολείο και οι συστάσεις της για την εθνική διδασκαλία της Ιστορίας αποτελούν πρότυπα εκπαιδευτικού νεοσυντηρητισμού αλλά και ιστορικού αναθεωρητισμού. Υπάρχουν σαφείς πολιτικές επιλογές και στοχεύσεις. Το υπουργείο έχει υποταχθεί σε μια νεοσυντηρητική εκπαιδευτική οπτική όπου βλέπει, για παράδειγμα, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μάχη γενικά και αόριστα εναντίον των άκρων και του λαϊκισμού. Αυτή η νεοσυντηρητική ακροδεξιά πολιτική αποτυπώνεται, με ιδιαίτερο τρόπο, και στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Είναι γνωστό ότι το πρώτο εκπαιδευτικό μέτρο της σημερινής κυβέρνησης ήταν η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και η διαρκής παρουσία των ΜΑΤ στα πανεπιστημιακά τμήματα. Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή συνδέονταν τόσο με την ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημιακών σπουδών, όσο και με την επιθετική ιδεολογική αναμέτρηση με τη ριζοσπαστική κουλτούρα της μεταπολίτευσης. Σήμερα ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας των σχολείων, μετά από εισήγηση του ΙΕΠ -έτσι εννοούν την παιδαγωγική αυτονομία για τις σχολικές μονάδες, η διαγωγή των μαθητών, ο εκπαιδευτικός εμπιστοσύνης -ένα σώμα εκπαιδευτικών ουσιαστικά κοντά στην ηγεσία και στους εκπαιδευτικούς θεσμούς- και η επαναφορά των Λατινικών παραπέμπουν, όχι στη δημοκρατική λειτουργία των σχολείων και στην αντιμετώπιση υπαρκτών κοινωνικών και παιδαγωγικών προβλημάτων, αλλά στον σωφρονισμό και την καταστολή της νέας γενιάς. Οι ήπιες δεξιότητες συμβαδίζουν, με αντιφατικό τρόπο, με τις «νεκρές γλώσσες», με τις αποβολές και τη διαγωγή των μαθητών. Το μόνο που ξέχασαν είναι οι ποδιές! Αναβιώνουν τον αυταρχικό χαρακτήρα του σχολείου στην προσπάθειά τους να προλάβουν και να τιθασεύσουν εκ των προτέρων τις αναπόφευκτες αντιδράσεις των μαθητών και του εκπαιδευτικού κινήματος συνολικά.

Δ. Ταξική διάσταση 

Η ταξικότητα του νομοσχεδίου συμπυκνώνει τη συνολική εκπαιδευτική λογική του υπουργείου με στόχο το αυταρχικό σχολείο της αγοράς και των δεξιοτήτων, τη διευρυμένη αναπαραγωγή της ανισότητας και της εκμετάλλευσης. Η διαρκής συζήτηση για την αριστεία, για τα πρότυπα σχολεία, για την ατομική ευθύνη του κάθε εκπαιδευτικού υποκειμένου αποτελούν σαφείς δηλώσεις των εκπαιδευτικών προθέσεων του αστισμού. Θέλουν ένα λύκειο ελιτίστικο, που θα επιβιώνει όποιος/α έχει το ανάλογο πολιτισμικό κεφάλαιο. Η κα Κεραμέως «μισεί» -και δεν μπορεί να το κρύψει- το εργατόπαιδο, το μεταναστόπουλο και τα παιδιά που ζουν στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Το ότι η αριστεία της είναι συχνά φαιδρή και κενή μορφωτικού περιεχομένου μικρή σημασία έχει! Αυτή ήταν πάντα η αστική τάξη στην Ελλάδα.

Θα προσθέσουμε μια ακόμη σημαντική διάσταση για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τους σχεδιασμούς του υπουργείου. Ο ΙΟΒΕ στην έκθεσή του για την τριτοβάθμια εκπαίδευση θεωρεί υπερεκπαιδευμένη τη νεολαία μας και σημειώνει ότι πληρώνουμε με δημόσιο χρήμα μια εργατική δύναμη που τελικά εργάζεται στο εξωτερικό -το λεγόμενο brain drain. Αντιφατική θέση, ασφαλώς, που αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι το δημόσιο σχολείο και πανεπιστήμιο, αλλά ο ελληνικός καπιταλισμός. Γιατί έχει πρόβλημα το δημόσιο σχολείο και πανεπιστήμιο, όταν μαζικά οι απόφοιτοί του εργάζονται σε πολύ πιο αναπτυγμένες και απαιτητικές αγορές εργασίας; Ο ΙΟΒΕ θεωρεί επομένως ότι πρέπει να καταστραφούν οι μορφωτικές δυνατότητες της νέας γενιάς για να διασφαλιστεί η αναπαραγωγή του συστήματος.

Αυτή τη διάσταση υλοποιεί και το υπουργείο, διαμορφώνοντας ένα γυμνάσιο και λύκειο εξεταστικό κέντρο και κάτεργο. Επαναφορά της τράπεζας θεμάτων και αύξηση των εξεταζόμενων μαθημάτων σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Αύξηση του μέσου όρου του βαθμού για την προαγωγή από τάξη σε τάξη και τις απολυτήριες εξετάσεις. Ηλικιακό όριο 17 ετών για τη φοίτηση στα ΕΠΑΛ που πετά το 1/3 περίπου του μαθητικού πληθυσμού τους εκτός σχολείου ή το στρέφει σε φορείς μη τυπικής εκπαίδευσης -ιδιωτικούς στην πλειονότητά τους και με εκπαιδευτικό περιεχόμενο σαφώς κατώτερης ποιότητας. Όροι απαγορευτικοί για μεταγραφές των πιο φτωχών φοιτητών. Όλα αυτά προσανατολίζουν στη διαμόρφωση ενός σχολείου πιο ταξικού και επιλεκτικού, προκειμένου να διασφαλιστούν οι κατανεμητικές του λειτουργίες προς όφελος των αστικών συμφερόντων. Ένα σχολείο των εξετάσεων, της «καλής» διαγωγής και των αποβολών είναι τελικά αυτό που έχει να προσφέρει το Υπουργείο Παιδείας και η κα Κεραμέως στη νέα γενιά, σε απόλυτη συμφωνία ασφαλώς με τον ΙΟΒΕ και τον ΟΟΣΑ. Επιχειρούν να καταστρέψουν τις τεράστιες μορφωτικές δυνατότητες της νέας γενιάς στον 21ο αιώνα, στο όνομα μιας αριστοκρατικής ιδεολογίας του 19ου αιώνα και των αντιδραστικών και κανιβαλικών επιλογών του ελληνικού καπιταλισμού. Θα ήταν απλά αστείοι παιδαγωγικά αν δεν ήταν κοινωνικά και εκπαιδευτικά επικίνδυνοι.

Επιλογικά

Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ αποτελεί ακόμη ένα βήμα προς την κατάπνιξη της ελευθερίας και των δημοκρατικών διαδικασιών που επιτρέπουν την παρέμβαση των εκπαιδευτικών υποκειμένων στην εκπαίδευση, του οξυγόνου δηλαδή κάθε μορφωτικής διαδικασίας. Με τη ναρκοθέτηση κάθε πλατιάς γνωσιακής διαδικασίας, με τα μέτρα συμμόρφωσης μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών αλλά και με την αντικατάσταση των ζωντανών διαδικασιών με την εικονική δημοκρατία των ηλεκτρονικών ψηφοφοριών -βλέπε εκλογές πρυτανικών αρχών στα Πανεπιστήμια.

Το σχολείο των 26 μαθητών ανά τμήμα, της μαζικής κατάργησης σχολικών μονάδων, ένα σχολείο της αριστοκρατίας, των αγορών, της καταστολής της νέας γενιάς και της πειθάρχησης των εκπαιδευτικών, εν μέσω πανδημίας, δεν αποτελεί εκπαιδευτική πρόταση. Αποτελεί αντιδραστικό τροχιοδείκτη για την ευρύτερη διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού μετά την κρίση. Η κα Κεραμέως και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τη συναίνεση της θεσμικής αντιπολίτευσης, οικοδομούν την καπιταλιστική δυστοπία του αύριο. 

Κατανοητή η ταξική τους αγωνία! Ας μην βιάζονται, ωστόσο, οι μανδαρίνοι του ΟΟΣΑ και του ΙΟΒΕ. Ο κόσμος της εκπαίδευσης και της νέας γενιάς παραμένει ενεργός. Το μέλλον ανήκει στο δημόσιο σχολείο των μορφωτικών δικαιωμάτων των όλων, των ίσων και των διαφορετικών. Στην εκπαίδευση των κοινωνικών αναγκών. Αυτή που θα βγάζει μαχόμενους γιατρούς κι όχι επιχειρηματικούς κλινικάρχες. 

Η εκπαιδευτική «νεκροφιλία» σας θα ηττηθεί για ακόμη μια φορά! Οι εκπαιδευτικοί μαζί με τη νέα γενιά και το εργατικό κίνημα θα φροντίσουν γι’ αυτό…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου