Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Αλλαγές στην ελληνική εκπαίδευση στην κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης 2019-2025

Του Χρήστου Ρέππα,

Η εξέλιξη της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων στην εκπαίδευση από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα

Η περίοδος 2019- 2025 είναι πυκνή σε αλλαγές σ’ όλες τις βαθμίδες της ελληνικής εκπαίδευσης , με βαθιές τομές σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος και σε κρίσιμες πλευρές της λειτουργίας του. Οι αλλαγές αυτές έχουν συγκεκριμένο ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό. Εκφράζουν μια συστηματική προσπάθεια διάλυσης του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης και μετατροπή της σε ιδιωτικό – καταναλωτικό αγαθό. Στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, από την κυβέρνηση της Ν.Δ, εξελίσσεται το εντατικότερο κύμα αναδιαρθρώσεων από τη δεκαετία του ‘ 90, από την περίοδο που ξεκίνησαν αυτού του τύπου οι αλλαγές στα εκπαιδευτικά συστήματα. Είναι ακόμα μια προσπάθεια να καλυφθεί ο χαμένος χρόνος από τις προηγούμενες , αποτυχημένες σε μεγάλο βαθμό, ανάλογες προσπάθειες, που ξεκίνησαν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εδώ και περίπου δύο δεκαετίες. Από το Πολυνομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου το 1990-91, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1997, την απόπειρα αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος το 2006 , την έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α το 2011 και το νόμο 3848/10 , το 152/14 π. δ για την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, τις νέες δομές του εκπαιδευτικού έργου (ν.4547/17) και το προσοντολόγιο (ν.4589/19) του ΣΥΡΙΖΑ, η εκπαιδευτική πολιτική έχει διαμορφωμένο ταξικό προσανατολισμό, νεοφιλελεύθερο/νεοσυντηρητικό, ανεξάρτητα από την εναλλαγή των αστικών κυβερνήσεων, αποβλέπει στην εγκαθίδρυση μηχανισμών ιδιωτικοποίησης και στην αναβάθμιση της ταξικής λειτουργίας του σχολείου και του πανεπιστημίου και την αναμόρφωση τους με βάση τις σημερινές απαιτήσεις του κεφαλαίου.

Σ’ αυτές τις αλλαγές, υπερεθνικοί οργανισμοί του καπιταλισμού, όπως ο Ο.Ο.Σ.Α, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ε.Ε, έχουν έναν επιτελικό ρόλο στην παραγωγή συγκεκριμένων σχεδίων για την προώθηση των αναδιαρθρώσεων στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα. Αυτό δεν αναιρεί καθόλου τον καθοριστικό ρόλο του εθνικού αστικού κράτους, που είναι ο τελικός διαμορφωτής της εκπαιδευτικής πολιτικής. Στην προώθηση των εκπαιδευτικών αλλαγών νεοφιλελευθέρου / νεοσυντηρητικού τύπου υπάρχει σημαντική καθυστέρηση ως και αποτυχία σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους , όπως είναι η περίπτωση του Πολυνομοσχεδίου Κοντογιαννόπουλου το 1991, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1997 όσον αφορά τις ρυθμίσεις του ν. 2525/97 για την αξιολόγηση , η προσπάθεια της κυβέρνησης της Ν.Δ το 2006 να αναθεωρήσει το άρθρο 16 του Συντάγματος και να προχωρήσει στην ίδρυση ιδιωτικών Α.Ε.Ι , το Π.Δ 152/14 για την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Οι καθυστερήσεις ή και αποτυχίες στην επιβολή εκπαιδευτικών μέτρων της κυρίαρχης πολιτικής έχουν να κάνουν με την παρέμβαση του εκπαιδευτικού κινήματος, που καταφέρνει να ακυρώνει μερικά ή ολικά αλλαγές τέτοιου τύπου, ανάλογα με τον συσχετισμό δυνάμεων που επικρατεί σε κάθε συγκυρία. Η ανάγκη της γρήγορης προώθησης των αλλαγών αναδεικνύεται ως ανάγκη σήμερα για την αστική τάξη στην Ελλάδα , όπως έχει επισημανθεί με την έκθεση Πισσαρίδη, [1]λόγω της μεγάλης καθυστέρησης ή αναστολής που γνώρισαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Η αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της ελαστικής εργασίας και την ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Είναι επομένως στρατηγική αλλαγή από την οποία δεν μπορεί να παραιτηθεί το κράτος και το κεφαλαίο.

Ιδιωτικοποίηση: έννοια και χαρακτηριστικά.

Η πολιτική , κοινωνική- ταξική και παιδαγωγική σημασία αυτών των αλλαγών έχει αναλυθεί από ανεξάρτητες συλλογικότητες και αντίστοιχες θεωρητικές προσπάθειες, σε αντιπαράθεση με τα εκσυγχρονιστικά και φιλοευρωπαϊκά ιδεολογήματα της κυρίαρχης πολιτικής και προπαντός σε αντίθεση με τους στρατηγικούς στόχους της αστικής πολιτικής σήμερα. Αυτό συντελεί στο να μην μπορούν να εδραιωθούν ηγεμονικά μέσα στο εκπαιδευτικό σώμα οι κυρίαρχοι μύθοι για τον παιδαγωγικό ρόλο της αξιολόγησης που προωθούν οι τεχνοκρατικές ιδεολογίες της «αποτελεσματικότητας στην εκπαίδευση», της «κοινωνίας της γνώσης» , «της ποιότητας στην εκπαίδευση» και σε όποια άλλα ιδεολογήματα επενδυόταν κατά καιρούς η εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

Η ιδιωτικοποίηση ως έννοια δεν είναι επιβολή διδάκτρων ή απλώς αύξηση του κόστους της εκπαίδευσης. Σημαίνει «τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων, διοίκησης, λειτουργιών ή ευθυνών τα οποία ανήκαν πριν ή διενεργούνταν από το κράτος σε ιδιωτικούς «φορείς» (Commans & de Wolf 2005, στο Rizvi, 2016, σ. 2). Εν ολίγοις, ο όρος ιδιωτικοποίηση δηλώνει την αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος ή τη μεταφορά της διοίκησης και του ελέγχου από το δημόσιο τομέα στον ιδιωτικό.»[2] Είναι επομένως ένα καθεστώς που αγγίζει συνολικά τη λειτουργία δημόσιων φορέων που μπαίνουν κάτω από την επιρροή του. Εκτός από τη διείσδυση με διάφορους τρόπους ιδιωτικών εταιρειών ή κοινωφελών ιδρυμάτων στη δημόσια εκπαίδευση, τα ίδια τα σχολεία καλούνται να εμπορευματοποιήσουν τον εαυτό τους και να λειτουργήσουν ως επιχειρήσεις. Η μεταφορά πρακτικών της κεντρικής διοίκησης και χρηματοδότησης στις σχολικές μονάδες αποτελεί επιλογή που κάνει τα σχολεία να προσαρμόζουν τη λειτουργία τους στα επιχειρηματικά πρότυπα.

Η ιδιωτικοποίηση στην εκπαίδευση είναι στρατηγικός στόχος αυτών των αλλαγών. Ο στρατηγικός στόχος αποβλέπει στην ανασυγκρότηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου μέσα από την κατάλληλη διαμόρφωση της εργατικής δύναμης και τη δημιουργία διεθνών , εθνικών και τοπικών αγορών σε τομείς που προηγούμενα θεωρούνταν δημόσια αγαθά και δεν ήταν άμεσα εμπορευματοποιημένοι. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι παλιότερη έκθεση του Βρετανικού Συμβουλίου που θεωρεί ότι η εκπαίδευση ως οικονομική δραστηριότητα έχει μεγαλύτερη αξία για τις βρετανικές εξαγωγές από τις τραπεζικές δραστηριότητες, την αυτοκινητοβιομηχανία και τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.[3] Παράλληλα έχει αναπτυχθεί σε αναπτυγμένες χώρες το φαινόμενο της πώλησης εκπαιδευτικών υπηρεσιών από ιδιωτικές εταιρείες που εξειδικεύονται στην παραγωγή συγκεκριμένων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Αυτές οι υπηρεσίες αφορούν τεχνολογική και διοικητική υποστήριξη των σχολείων αλλά και καθαρά εκπαιδευτικές λειτουργίες όπως η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών που στην περίπτωση αυτή μετατρέπεται σε ατομική τους ευθύνη , η αξιολόγηση , η διαμόρφωση προγραμμάτων σπουδών και η παραγωγή διδακτικού υλικού.[4] Για τους λόγους αυτούς τα σχολεία θεωρούνται «οιονεί» αγορές. Η ιδιωτικοποίηση αγγίζει όλες τις πλευρές της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Μπορεί ακόμα και, όταν τυπικά διατηρείται ο δημόσιος χαρακτήρας ενός ιδρύματος, να εξυπηρετεί μέσα από τον προσανατολισμό του άμεσα τις απαιτήσεις της αγοράς, στον τρόπο διοίκησής του και χρηματοδότησής του. Οι πολιτικές της σχολικής αυτονομίας , των κουπονιών (voucher) για τη χρηματοδότηση των σχολείων , της αυτοαξιολόγησης των σχολικών μονάδων, του νέου δημόσιου μάνατζμεντ[5], το λεγόμενο μάνατζμεντ απόδοσης και η σύνδεση μισθού και απόδοσης , η ελεύθερη επιλογή σχολείου από τους γονείς, οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η ανταγωνιστική χρηματοδότηση μέσω συβάσεων, αποτελούν μορφές ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης.

Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης είναι συνυφασμένη με συγκεκριμένες αξίες και πρακτικές όπως η αυταρχική ανασυγκρότηση της διοικητικής ιεραρχίας, η «αποκατάσταση» του διευθυντικού δικαιώματος στο εργασιακό πεδίο , ο τεχνοκρατισμός , η αναφορά στην ιδεολογία της αριστείας και η υιοθέτηση μηχανισμών έντασης ταξικής επιλογής , η μετατροπή του δικαιώματος στη μόρφωση σε καταναλωτική πρακτική και ατομική υπόθεση. Προωθεί την εντατικοποίηση των σπουδών και της εργασίας των εκπαιδευτικών, αυξάνει την ελαστική και μαύρη εργασία σε βάρος της σταθερής και μόνιμης, μειώνει τη δημόσια χρηματοδότηση και υιοθετεί πρακτικές οικονομικού εκβιασμού των ιδρυμάτων προκειμένου να στραφούν στην ιδιωτική και στην ανεύρεση χορηγών για να λειτουργήσουν.

Προωθεί τα πρότυπα λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων στον δημόσιο τομέα και την τυποποίηση της διδασκαλίας μέσω τεχνοκρατικών δεικτών, εντείνει τον έλεγχο και τη συμμόρφωση στην κρατική εκπαιδευτική πολιτική μέσω πειθαρχικών μηχανισμών και μηχανισμών αξιολόγησης. Θεωρεί κίνητρο προόδου τον ανταγωνισμό μεταξύ των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κατά το πρότυπο των επιχειρήσεων και απαξιώνει καθετί το συλλογικό και δημόσιο. Η ιδιωτικοποίηση μεγαλώνει την κοινωνική ανισότητα στην εκπαίδευση, εξαρτά την εκπαιδευτική πορεία των μαθητών όλο και περισσότερο από την οικονομική τους δυνατότητα να ανταποκριθούν σε αυξημένα δίδακτρα και γενικά αυξημένο κόστος σπουδών. Τα δε αντίδοτα που προτείνονται σε αυτές τις περιπτώσεις, τα φοιτητικά δάνεια , που καταλήγουν στην υπερχρέωση από την αρχή της επαγγελματικής τους ζωής για όσους καταφεύγουν σ’ αυτά, καταλήγει να είναι η χειρότερη λύση. Κάνει έτσι την κοινωνική ανισότητα εκτός από μεγάλη και άμεσα ορατή.

Στην παρούσα συγκυρία με όχημα την ιδιωτικοποίηση και τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία αυτό που επιχειρείται είναι η προσαρμογή της εκπαίδευσης , της γνώσης και της επιστήμης στις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Ωστόσο «η προσαρμογή της εκπαίδευσης και της επιστήμης στις ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι τίποτα το νέο και οπωσδήποτε δεν αποτελεί εφεύρεση του νεοφιλελευθερισμού σε ό, τι αφορά τη δομή, το περιεχόμενο και τη λειτουργία τους. Και ούτε η διαδικασία εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησής τους άρχισε με την επιβολή των νεοφιλελεύθερων πρακτικών. Η «καινοτομία» του νεοφιλελευθερισμού δεν έγκειται τελικά στην εφευρετικότητά του αλλά στην εμβάθυνση και ριζοσπαστικοποίηση του παλιού ή πιο συγκεκριμένα, στη διεύρυνση της εφαρμογής αγοραίων πρακτικών σε κοινωνικά πεδία που μέχρι πρότινος θεωρούνταν μη άμεσα αξιοποιήσιμα από το ιδιωτικό κεφάλαιο.» [6]

Οι Stephen Ball και Deborah Youdell διακρίνουν δύο μορφές ιδιωτικοποίησης, την ενδογενή και την εξωγενή. Η ενδογενής μορφή της ιδιωτικοποίησης γίνεται στο εσωτερικό της δημόσιας εκπαίδευσης και είναι ενσωματωμένη σε μέτρα που αφορούν τη λειτουργία του σχολείου. Όπως σημειώνουν οι πιο πάνω συγγραφείς : «Οι μορφές αυτές ιδιωτικοποίησης αφορούν την εισαγωγή ιδεών, τεχνικών και πρακτικών από τον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε ο δημόσιος τομέας να μοιάζει περισσότερο με επιχείρηση και να γίνει πιο φιλικός με τις επιχειρήσεις.» [7]Η εξωγενής ιδιωτικοποίηση αφορά « το άνοιγμα των υπηρεσιών της δημόσιας εκπαίδευσης στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε κερδοσκοπική βάση και τη χρησιμοποίηση του ιδιωτικού τομέα για τον σχεδιασμό, τη διοίκηση ή την παροχή πλευρών της δημόσιας εκπαίδευσης.»[8]

Η Εκπαιδευτική πολιτική της Ν.Δ 2019 -2025 : ιδιωτικοποίηση , αυταρχισμός , καταστολή.

Η εκπαιδευτική πολιτική της Ν.Δ συνδυάζει με τις μέχρι τώρα νομοθετικές επιλογές της και τις δύο μορφές ιδιωτικοποίησης. Το εκπαιδευτικό της πρόγραμμα αποτελεί ένα αμάλγαμα νεοφιλελευθέρων και νεοσυντηρητικών στοιχείων και είναι εμπνευσμένο από την πολιτική του θατσερισμού στην εκπαίδευση στο τέλος της δεκαετίας ΄80 στην βρετανική εκπαίδευση. Βασική της επιλογή είναι επιβολή της αξιολόγησης σε όλα τις βαθμίδες και σε όλους τους φορείς της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η επιλογή αυτή συνδυάζει βασικά στοιχεία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας για την εκπαίδευση (ανταγωνισμός, κατηγοριοποίηση, αριστεία, διάλυση των σταθερών εργασιακών σχέσεων, έντονη ταξική διαφοροποίηση του μαθητικού πληθυσμού)με τη νεοσυντηρητική λογική της χειραγώγησης της προσωπικότητας και του αυστηρού κρατικού ελέγχου που αποσκοπεί στη διατήρηση της παραδοσιακής τάξης πραγμάτων στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Ωστόσο η αξιολόγηση απέχει πολύ από το να είναι απλά μια ιδεολογική εμμονή του κυβερνώντος κόμματος, είναι μια στρατηγική επιλογή του ίδιου του κράτους και του κεφαλαίου για να προσαρμόζουν την εκπαίδευση στις δικές τους στοχεύσεις .

Στις 8 Αυγούστου 2019 εκδηλώνεται η πρώτη νομοθετική πρωτοβουλία της Ν.Δ με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου με το πρόσχημα αντιμετώπισης της παραβατικότητας στα ΑΕΙ. Είναι κίνηση με την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί προληπτικά κατασταλτική αναμέτρηση με το φοιτητικό κίνημα, προκριμένου ν΄ αποφύγει την αμφισβήτηση της πολιτικής της, πολιτικής που έχει να κάνει με την επιχειρηματικοποίηση των δημόσιων Α.Ε.Ι και την ίδρυση ιδιωτικών Α.Ε.Ι. Με το νόμο 4623/2019 δίνεται η δυνατότητα στην αστυνομία να μπαίνει στα Α.Ε.Ι χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχών.[9] Ακολουθεί η παροχή της δυνατότητας για διορισμό στο δημόσιο των αποφοίτων κολλεγίων, πράξη αποδόμησης της δημόσιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αφού έμπρακτα εξισώνονται τα πτυχία των δημοσίων Α.Ε.Ι με αυτά των κολλεγίων.

Θα ακολουθήσουν η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα στους 25 και η εισαγωγή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής για στην εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Πρόκειται για μέτρα που υποβαθμίζουν το δημόσιο σχολείο. Όσον αφορά την αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, είναι μέτρο που περικόπτει θέσεις εργασίας , δίνει τη δυνατότητα ν’ ανοίξει κύκλος συγχωνεύσεων τμημάτων και σχολείων, δυσκολεύει κατά πολύ το έργο του εκαπιδευτικού και υποβαθμίζει τις συνθήκες εκπαίδευσης των μαθητών. Από την άλλη, με την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, επιχειρείται ο περιορισμός της πρόσβασης στα δημόσια ΑΕΙ , η συρρίκνωση του χάρτη της δημόσιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με το κλείσιμο πανεπιστημιακών τμημάτων και ταυτόχρονα η διαμόρφωση δυνητικής πελατείας για τα κολλέγια και τα υπό ίδρυση ιδιωτικά Α.Ε.Ι.

Την προώθηση της ιδιωτικοποίησης στην εκπαίδευση στην πολιτική της Νέας Δημοκρατίας ως κυβέρνησης μπορούμε να την αναζητήσουμε σε συγκεκριμένες επιλογές αλλά και διακηρύξεις του προγράμματός της. Είναι πρώτα απ’ όλα η προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος και η ίδρυση ιδιωτικών Α.Ε.Ι (μη κρατικά μη κερδοσκοπικά κατά την κυβερνητική γλώσσα) , η πολιτική αυτονομίας στην εκπαίδευση όπως έχει μέχρι τώρα οικοδομηθεί στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα , η εισαγωγή στοιχείων του νέου δημόσιου μάνατζμεντ με την ενίσχυση εξουσιών των διευθυντών στη διοίκηση των σχολείων και την υποβάθμιση των Συλλόγων Διδασκόντων, τη διείσδυση συγκεκριμένων ιδρυμάτων στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση , όπως του ιδρύματος Ωνάση και τη δημιουργία Ωνάσειων Σχολείων ως μηχανισμού κατηγοριοποίησης των σχολείων, το ζήτημα της χρηματοδότησης των δημόσιων σχολείων μετά την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών των Δήμων.

Η προσπάθεια δημιουργίας ιδιωτικών ΑΕΙ με την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, είναι βασικός και διακηρυγμένος προγραμματικός στόχος της Ν.Δ, που επιχειρήθηκε και σε προηγούμενες διακυβερνήσεις της και απέτυχε. Στη περίοδο που εξετάζουμε επιλέχθηκε το ξεκίνημα της ιδιωτικοποίησης, με την εισαγωγή στην ελληνική πανεπιστημιακή εκπαίδευση παραρτημάτων ξένων Α.Ε.Ι, που θα λειτουργούν φυσικά με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Χρησιμοποιώντας το άρθρο 28 του Συντάγματος και «με την πρόφαση της υποχρέωσης τήρησης της νομολογίας του ΔΕΕ, η Κυβέρνηση υποτάσσει οικειοθελώς την ερμηνεία και την υποχρέωση σεβασμού του Συντάγματος στην εξυπηρέτηση συγκυριακά κυρίαρχων ευρωπαϊκών και διεθνών πολιτικών προώθησης ιδιωτικών συμφερόντων»[10].Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη νομική ερμηνεία , η δυναμική ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων που επικαλείται η κυβέρνηση είναι μια προσπάθεια να παρακαμφθεί με νομιμοφάνεια η απαγόρευση του άρθρου 16 και να διαμορφωθούν δεδομένα στην πράξη , που θα ξεκινήσουν τη δημιουργία ιδιωτικών Α.Ε.Ι και στις προπτυχιακές σπουδές, θα διαμορφώσουν καλύτερους όρους για την αναθεώρηση του άρθρου 16 και την ανατροπή της σχετικής απαγόρευσης.

Η ιδιωτικοποίηση στην Ανώτατη Εκπαίδευση βέβαια δεν περιορίζεται μόνο στη δημιουργία ιδιωτικών Α.Ε.Ι αλλά εκφράζεται κυρίως με τον προσανατολισμό της πανεπιστημιακής έρευνας στις απαιτήσεις των εταιρειών και της πολεμικής οικονομίας , την επιβολή διδάκτρων στις μεταπτυχιακές σπουδές και την παραχώρηση υποδομών του Πανεπιστημίου σε ιδιώτες. Ωστόσο παρά το προχώρημα της σε κρίσιμους τομείς της Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν έχει ολοκληρωθεί , όπως έχει συμβεί σε πολλές άλλες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Το ζήτημα της αυτονομίας των σχολείων έχει προχωρήσει νομοθετικά, αλλά στην πράξη ακυρώνεται μαζικά , παρά τις πιέσεις της εκπαιδευτικής διοίκησης, από την αντίσταση Συλλόγων Διδασκόντων και την απόφασή τους να μη συμμετάσχουν επί της ουσίας στις διαδικασίες της εσωτερικής αξιολόγησης. Η μη προώθηση της αυτονομίας της εκπαίδευσης εξακολουθεί να απασχολεί και τον Ο.Ο.Σ.Α που το επισημαίνει στην τελευταία του έκθεση : «Παρά τις προόδους αυτές, τα σχολεία συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα από τα πιο συγκεντρωτικά συστήματα στον ΟΟΣΑ, το οποίο αναφέρει ορισμένα πλεονεκτήματα αλλά και ορισμένα σημαντικά μειονεκτήματα. Για παράδειγμα, η εξουσία λήψης αποφάσεων παραμένει συγκεντρωμένη σε κεντρικό επίπεδο σε κρίσιμους τομείς όπως η στελέχωση, ο προϋπολογισμός και η εφαρμογή του προγράμματος σπουδών, κάτι που αποσκοπεί στη διασφάλιση προτύπων, αλλά περιορίζει επίσης την ικανότητα των σχολείων να προσαρμόζονται στις ποικίλες τοπικές ανάγκες.» [11]

Το νομοθετικό πλαίσιο θεωρεί τον προγραμματισμό του εκπαιδευτικού έργου υπόθεση της σχολικής μονάδας. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Βασικός φορέας της διαδικασίας του προγραμματισμού και της εσωτερικής αξιολόγησης είναι η ίδια η σχολική μονάδα.»[12] Η διατύπωση δεν είναι καθόλου πολιτικά και ιδεολογικά αθώα. Πρόκειται για τη μετατόπιση μιας βασικής εκπαιδευτικής λειτουργίας, του προγραμματισμού του εκπαιδευτικού έργου, από το επίπεδο της κεντρικής διοίκησης στο επίπεδο της κάθε σχολικής μονάδας , η οποία μόνη της , όπως κάθε ιδιωτική επιχείρηση , θα πρέπει να ρυθμίζει «τα του οίκου της» να αποτιμά τη λειτουργίας της μέσω μηχανισμού εσωτερικής αξιολόγησης και να διαμορφώνει στόχους. Έτσι :

«Η αξιολόγηση είναι μια διαρκής και δυναμική διαδικασία, στην οποία εμπλέκεται το σύνολο της σχολικής κοινότητας για τον εντοπισμό των θετικών σημείων, των αδυναμιών, των περιθωρίων βελτίωσης και των αναγκών που συνδέονται με το έργο που παρέχει η σχολική μονάδα. H διαδικασία αυτή αποτελεί τη βάση για τον προγραμματισμό του εκπαιδευτικού έργου, καθώς και για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δράσεων που θα συμβάλουν στη βελτίωση της ποιότητας των τριών βασικών λειτουργιών της σχολικής μονάδας: α) Της παιδαγωγικής και μαθησιακής λειτουργίας, β) της διοικητικής λειτουργίας, και γ) της λειτουργίας της ως επαγγελματικής κοινότητας μάθησης, που προωθεί την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών.». [13]

Οι διατάξεις αυτές αντανακλούν την κουλτούρα της ιδιωτικοποίησης (ενδογενούς) καθώς μετατοπίζουν στο επίπεδο της κάθε σχολικής μονάδας βασικές εκπαιδευτικές λειτουργίες , την παιδαγωγική και μαθησιακή, τη διοικητική και την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών της , για την προώθηση των οποίων και τη διάγνωση των αναγκών της είναι υπεύθυνη η ίδια και όχι ένας συνολικότερος δημόσιος σχεδιασμός με ενιαίους στόχους. Φυσικά η υλοποίηση προϋποθέτει τα αντίστοιχα μέσα και τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους που δεν πρόκειται να διατεθούν από δημόσια χρηματοδότηση, αλλά η εξασφάλισή τους θα είναι έργο και ευθύνη των σχολείων.

Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης συμπληρώνεται από την εισαγωγή του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ, με την παροχή υπερεξουσιών στους διευθυντές των σχολείων και την αποδυνάμωση της συλλογικής και δημοκρατικής λειτουργίας του Συλλόγου Διδασκόντων. (σύνταξη πρακτικού για την εσωτερική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας από τον ίδιο, κατανομή τάξεων, συμμετοχή στην αξιολόγηση).Η μονοπρόσωπη διοίκηση των Διευθυντών ενισχύθηκε και από την αντιπαράθεση της κυβέρνησης με το εκπαιδευτικό κίνημα, ειδικά στο ζήτημα της εσωτερικής αξιολόγησης της σχολικής μονάδας.

Η περίπτωση της ίδρυσης Ωνάσειων Σχολείων στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα , κάτω από διαφορετικό καθεστώς διοίκησης, λειτουργίας και πρόσληψης του εκπαιδευτικού προσωπικού τους αποτελεί την σημαντικότερη περίπτωση εξωγενούς ιδιωτικοποίησης στην περίοδο διακυβέρνησης της Ν.Δ. Πρόκειται για ένα δίκτυο 22 σχολείων σε όλη τη χώρα (11γυμνάσια και 11 Λύκεια) που όσο και αν αυτοχαρακτηρίζονται ως δημόσια σχολεία , ο τρόπος λειτουργίας τους , η διοίκησή τους , ο τρόπος επιλογής των μαθητών τους , η εκδίωξη του μαθητικού πληθυσμού που δεν μπορεί να εισαχθεί σ’ αυτά από το σχολείο της γειτονιάς του , είναι εισαγωγή πρακτικών που οδηγούν σε ελιτίστικες μορφές εκπαίδευσης και σε ανοιχτή κατηγοριοποίηση μεταξύ σχολείων και μαθητών.

Τέλος πρέπει να υπογραμμίσουμε το ζήτημα της κατάργησης των σχολικών επιτροπών που οδηγεί τα σχολεία σε οικονομική ασφυξία για την κάλυψη των καθημερινών τους αναγκών και λειτουργεί ως ισχυρός κοινωνικός εκβιασμός για τη στροφή στην ιδιωτική χρηματοδότηση είτε με χρήματα των γονιών είτε με ανεύρεση χορηγών από τα σχολεία.

Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης που εφαρμόζει η Ν.Δ στα χρόνια της εξουσίας της έχει προχωρήσει την αναδιάρθρωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, προωθώντας μέσα από δικαστικές και πειθαρχικές διώξεις, διοικητικό καταναγκασμό, βαθιά ταξικά μέτρα σε βάρος μαθητών και εκπαιδευτικών, δεν έχει όμως καταφέρει να ολοκληρώσει σ΄ εκείνο το βαθμό τις αναδιαρθρώσεις ώστε αυτές ν΄ αποκτήσουν ενιαία και ολοκληρωμένη μορφή που θα οδηγήσουν στο επιχειρηματικό σχολείο και πανεπιστήμιο που έχει ανάγκη ο ελληνικός καπιταλισμός σήμερα.

Είναι μέσα στη δύναμη του φοιτητικού και εκπαιδευτικού κινήματος και του υπόλοιπου εργατικού να κλείσουν οριστικά το δρόμο για την ολοκλήρωση αυτών των αλλαγών αλλά και να τις ανατρέψουν στην τωρινή τους μορφή.

[1] Για την έκθεση Πισσαρίδη , βλ. Χρ .Ρέππας , Ο Νεοφιλελευθερισμός ως μακρόχρονη επιλογή , Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία , https://selidodeiktis.edu.gr/2020/12/12/

[2] Καντζάρα, Β. (2018) Εκπαιδευτικές αλλαγές και ιδιωτικοποίηση σε συνθήκες κρίσης στην Ελλάδα, στο Συμεού, Λ., Θάνος, Θ. & Βρυωνίδης, Μ. (εκδοτική επιτροπή) «ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΡΑΚΤΙΚΑ 3ΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ» (ISBN 978-9963-2229-3-3), σσ. 104-117.



[3] Stephen Ball και Deborah Yousell , Η Κρυφή ιδιωτικοποίηση στη Δημόσια Εκπαίδευση , ΙΠΕΜ – ΔΟΕ , Εκπαιδευτική Διεθνής ,σελ. 30

[4] Stephen Ball και Deborah Yousell , Η Κρυφή ιδιωτικοποίηση κ.λπ , οπ. παρ. ,σελ. 31



[5] Για το ρόλο του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ βλ. Μαρία Μαρκαντωνάτου ,Κράτος και νέο δημόσιο μάνατζμεντ: η προνοιακή απορρύθμιση μέσα από την επιχειρηματική διακυβέρνηση, τις “καλές πρακτικές” και την ISO προτυποποίηση, περ. Θέσεις, Τεύχος 116, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2011 , www.thesis.gr

[6] Λάμπρος Λαμπριανού, Η επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην εκπαίδευση και την επιστήμη, περ. ΘΕΣΕΙΣ , Τεύχος 149: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2019, www.thesis.gr

[7] Stephen Ball και Deborah Yousell , Η Κρυφή ιδιωτικοποίηση κ.λπ. οπ. παρ., σελ. 14



[8] Stephen Ball και Deborah Yousell , Η Κρυφή κ.λ.π , οπ. παρ. σελ. 15



[9] Γ.Γρόλλιος – Τ. Λιάμπας , Η σύγχρονη Εκπαιδευτική Πολιτική της Νέας Δημοκρατίας , περ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ https://doi.org/10.26247/kritekp.2.2304

[10] Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος , Η απαξίωση του Συντάγματος. Σχόλια στο σχέδιο νόμου για τα μη κερδοσκοπικά μη κρατικά πανεπιστήμια. www. nomarchia.gr

[11] O.E. C.D (2026) , Improving Learning Outcomes in Greece Strengthening School Governance, Teacher Professionalism and Digital Education , σελ.. 13



[12] Υ.Α Αριθμ. 108906/ΓΔ4 Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο. ΦΕΚ Αρ. Φύλλου 4189 , 10/9/2021Υ.Α Αριθμ. 108906/ΓΔ4 , Η Υπουργική αυτή απόφαση στηρίζεται στα άρθρα 33, 34, 35 του νόμου 4692/2020 και 231 και 233 του ν. 4823/21.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑStephen Ball και 0Deborah Yousell , Η Κρυφή ιδιωτικοποίηση στη Δημόσια Εκπαίδευση , ΙΠΕΜ – ΔΟΕ , Εκπαιδευτική Διεθνής
Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος , Η απαξίωση του Συντάγματος. Σχόλια στο σχέδιο νόμου για τα μη κερδοσκοπικά μη κρατικά πανεπιστήμια. www. nomarchia.gr
Γ.Γρόλλιος – Τ. Λιάμπας , Η σύγχρονη Εκπαιδευτική Πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, περ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, https://doi.org/10.26247/kritekp.2.2304
Λάμπρος Λαμπριανού, Η επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην εκπαίδευση και την επιστήμη, περ. ΘΕΣΕΙΣ , Τεύχος 149: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2019, thesis.gr
.Μαρία Μαρκαντωνάτου ,Κράτος και νέο δημόσιο μάνατζμεντ: η προνοιακή απορρύθμιση μέσα από την επιχειρηματική διακυβέρνηση, τις “καλές πρακτικές” και την ISO προτυποποίηση, Περ. Θέσεις, Τεύχος 116, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2011 , thesis.gr
Καντζάρα, Β. (2018) Εκπαιδευτικές αλλαγές και ιδιωτικοποίηση σε συνθήκες κρίσης στην Ελλάδα, στο Συμεού, Λ., Θάνος, Θ. & Βρυωνίδης, Μ. (εκδοτική επιτροπή) «ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΡΑΚΤΙΚΑ 3ΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ» (ISBN 978-9963-2229-3-3), σσ. 104-117.
E.C.D (2026), Improving Learning Outcomes in Greece Strengthening School Governance, Teacher Professionalism and Digital Education
Υ.Α Αριθμ. 108906/ΓΔ4 Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο. ΦΕΚ Αρ. Φύλλου 4189 , 10/9/2021

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου