Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Η τέχνη στην κρίση και η θέση των καλλιτεχνών



Κάθε κρίση γκρεμίζοντας τα κεκτημένα και τα αυτονόητα, τις βεβαιότητες και τα σημεία αναφοράς, μεταβάλλει ραγδαία τον τρόπο ζωής αλλά και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων και κυρίως όσων υφίστανται άμεσα και με βάρβαρο τρόπο τις συνέπειές της.

Η άρση της κανονικότητας δημιουργεί νέα δεδομένα και οξύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, προκαλώντας αλλαγές, όχι μόνο στις συμπεριφορές αλλά και στις συνειδήσεις ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας.

Το κομμάτι αυτό αρχίζει να δραστηριοποιείται, να ερευνά και να ζυμώνεται, επιχειρώντας να εμβαθύνει στις αιτίες, με στόχο να επανανοηματοδοτήσει την κρίση και να επαναπροσδιοριστεί συνολικά απέναντι της, ώστε να μπορέσει έτσι να διαχειριστεί καλύτερα τις επιπτώσεις της, τόσο στο επίπεδο της οικονομικής του κατάστασης όσο και στο επίπεδο της ψυχολογικής. Διαφορετικά, όπως χαρακτηριστικά έχει γραφεί, «η συνεχής και αποκλειστική φροντίδα για την επιβίωση κάνει τον άνθρωπο αδύναμο, δουλικό, για λύπηση».

Ακόμα, η αναγκαστική μείωση του καταναλωτισμού ωθεί ένα κομμάτι της κοινωνίας σε άλλες διεξόδους αυτοεπιβεβαίωσης, με ένα μέρος του να στρέφεται από την κατανάλωση προς την «παραγωγή», την όποια παραγωγή έχει τη δυνατότητα να πραγματώσει. Παραγωγή ιδεών και πολιτικών προτάσεων, καλλιτεχνικής δημιουργίας αλλά και παραγωγή αγροτικών προϊόντων ή ακόμα κατασκευή και επισκευή βασικών υλικών της καθημερινής ζωής.

Και βέβαια η τέχνη ως κομμάτι του κοινωνικού γίγνεσθαι δεν μπορεί να απουσιάζει από αυτή τη νέα απόπειρα «παραγωγής». Η ιστορία έχει αποδείξει πως σε μαύρες εποχές, σε πολέμους ή μεγάλες οικονομικές κρίσεις η καλλιτεχνική δραστηριότητα όχι μόνο δεν περικόπτεται ως είδος πολυτελείας, αλλά αντίθετα συνεχίζει με άλλους ίσως τρόπους και μορφές.

Στη διπλή κρίση που βιώνουμε σήμερα, αποτέλεσμα των καταστροφικών επιλογών του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, έχουμε για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας το φαινόμενο της ολικής απαγόρευσης καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων. Ζήτημα που αναδεικνύει ξεκάθαρα τις ταξικές επιλογές του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του. Από τη μια απαγορεύονται οι θεατρικές παραστάσεις, οι κινηματογραφικές προβολές, άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες και από την άλλη στους χώρους δουλειάς -ειδικά τις μεγάλες επιχειρήσεις– αλλά και στις δομές φιλοξενίας προσφύγων δεν υπάρχει κανένα μέτρο προστασίας. Ο κορονοϊός κολλά από αυτόν που κάθεται δίπλα σου στο θέατρο, αλλά δεν κολλά από αυτόν που κάθεται δίπλα σου στο αεροπλάνο.

Όμως το ότι η τέχνη δεν μπορεί πια να επιβιώσει ως επιλογή διασκέδασης ή ως βραδινή δημόσια εμφάνιση ή ακόμα το ότι δεν μπορεί να μεταπλαστεί σε τραγούδι η απώλεια των χρημάτων ενός φιλάργυρου ή η μείωση των κερδών ενός καπιταλιστή, δεν σημαίνει πως η τέχνη της κρίσης θα είναι νομοτελειακά ανατρεπτική. Είναι δυνατό να κυριαρχήσει η άλλη πλευρά της, η τέχνη της εσωστρέφειας και της ατομικής διαφυγής, η τέχνη της νοσταλγίας ή ακόμη της λησμονιάς, η τέχνη ως νάρκωση, η τέχνη ως ναρκισσισμός.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή στη διάρκεια της κατοχής, από όπου απουσιάζει όχι μόνο ο αγώνας ενάντια στον κατακτητή, αλλά και η ίδια η φτώχεια, η καταπίεση και η πείνα, και στη θέση τους κυριαρχούν θέματα ρηχά και ανάλαφρα, ώστε, όπως έχει γραφεί, η τέχνη να μην καταφέρνει να πλησιάσει στο ελάχιστο την πραγματικότητα.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραφε πως οι εποχές της φρίκης, τραγουδούν τα τραγούδια της φρίκης. Όμως το νέο περιεχόμενο στον βαθμό και στον χρόνο που εμφανίζεται, αναζητά νέες φόρμες και εκφραστικά μέσα, επιδιώκοντας την υπέρβαση του παλιού μέσα από πειραματισμούς που να ανατρέπουν τη μέχρι τότε αίσθηση του ωραίου. Ακλόνητα παραδείγματα ο ντανταϊσμός του Α’ παγκόσμιου πολέμου, ο φουτουρισμός, και ο σουπρεματισμός πριν την Οκτωβριανή επανάσταση αλλά και ο κονστρουκτιβισμός αμέσως μετά, ο σουρεαλισμός του μεσοπολέμου, το θέατρο του παραλόγου του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, η τέχνη του Μάη του ’68, η πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα κ.λπ.

Και βέβαια σε εποχές εξεγέρσεων δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως τέχνη είναι και το να δίνεσαι ολόπλευρα στον αγώνα και το στυλ σου η τάξη που εκπροσωπείς. Γιατί σε τέτοιες κρίσιμες εποχές μια προκήρυξη ή μια εφημερίδα τοίχου στην πύλη ενός εργοστάσιου, μπορεί να μην υπερέχει -σύμφωνα με την κλασσική αισθητική- ενός πίνακα ζωγραφικής μέσα στην αποστειρωμένη αίθουσα ενός μουσείου, αλλά μπορεί να συμβάλει στην απελευθέρωση της τέχνης από τα δεσμά της εμπορικότητας.

Σήμερα λοιπόν είναι επιτακτική ανάγκη να ανοίξει η αριστερά τη συζήτηση για την τέχνη και να σκύψει με περισσότερη προσοχή και σεβασμό στην τέχνη των «κάτω», λαμβάνοντας υπόψη τις νέες ιστορικές συνθήκες και το περιβάλλον στο οποίο παράγεται, αλλά και τον τρόπο που παράγεται, τις δυσκολίες και τα προβλήματα του καλλιτέχνη.

Κυρίως όμως να προσαρμόσει την αισθητική της αντίληψη στη νέα πραγματικότητα εκτιμώντας την ιδιαιτερότητα και τη χρηστικότητα της δημιουργίας, ιδιαίτερα όταν αυτή παίρνει συλλογική έκφραση μέσα στους ίδιους τους δρόμους του αγώνα, δείχνοντας πως οι πράξεις αντίστασης, οι απεργίες, οι καταλήψεις, οι διαδηλώσεις είναι πρωταρχικά στοιχεία δημιουργίας εργατικού πολιτισμού και αδιάσειστες ενδείξεις πως οι «κάτω» μπορούν να έχουν τη δική τους φωνή και ζωή. 

Γιατί τους «κάτω» δεν τους αξίζει ο αποκλεισμός τους από την πρόσβαση στην αληθινή τέχνη και η ενασχόλησή τους με την υποκουλτούρα που προορίζει γι’ αυτούς η πολιτιστική βιομηχανία.

Ποια όμως είναι η θέση των δημιουργών – καλλιτεχνών μέσα στην κοινωνία;

Και εδώ βέβαια η απάντηση δεν εύκολη, αλλά σύνθετη και πολύπλοκη. Ούτε ανήκουν σε κάποια συγκεκριμένη τάξη, ούτε όμως και διαχέονται σε όλες τις τάξεις και στρώματα. Ούτε ακόμα θα μπορούσαν να ορίσουν κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα, όπως πχ η διανόηση.

Η τέχνη που αποτελεί συνέχεια – τομή του παγκόσμιου πολιτισμού, που λαμβάνει υπόψη της ό,τι πολυτιμότερο έχει επιζήσει στο πέρασμα των χρόνων, η τέχνη λοιπόν αυτή, που κάποιοι την ονόμασαν αληθινή και άλλοι υψηλή ή ποιοτική τέχνη, απαιτεί κόπο και χρόνο που δεν χωρά στον ελεύθερο -με μεγάλο ερωτηματικό- χρόνο που έχει κάποιος εργαζόμενος σήμερα.

Με δεδομένο λοιπόν πως ο καλλιτέχνης προσπαθεί να βρει τρόπους και μέσα για να μπορεί να είναι δημιουργικός -στον βαθμό που η ενασχόλησή του με την τέχνη δεν είναι χόμπι, αλλά τρόπος επιβίωσης– θα μπορούσαμε να κάνουμε με τον κίνδυνο της απλούστευσης την εξής κατηγοριοποίηση:

Στην πρώτη κατηγορία θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τους δημιουργούς που έχουν σταθερό εισόδημα χωρίς να εργάζονται, ανεξάρτητο από το καλλιτεχνικό τους έργο, οπότε μπορούν να αφιερώνονται αναπόσπαστα στο έργο τους.

Στη δεύτερη κατηγορία τους δημιουργούς που όντας στελέχη της πολιτιστικής βιομηχανίας ή και στελέχη οργανισμών και επιτροπών του κρατικού μηχανισμού, μπορούν αξιοποιώντας τη θέση τους και να ασχολούνται με την τέχνη τους, αλλά κυρίως να βρίσκουν την αναγκαία χρηματοδότηση και προβολή του έργου τους.

Στην τρίτη κατηγορία οι δημιουργοί που με επιλογή τους υποαπασχολούνται, ώστε αφενός να εξοικονομούν τα προς το ζην και αφετέρου να απελευθερώνουν τον αναγκαίο χρόνο που απαιτεί η τέχνη τους.

Τέλος οι ελάχιστοι δημιουργοί που έχουν την τύχη να ζουν αποκλειστικά από το καλλιτεχνικό τους έργο.

Και βέβαια σε συνθήκες ολόπλευρης κρίσης του συστήματος τα όρια στενεύουν και οι απαιτήσεις αυξάνονται και τότε ο καλλιτέχνης θα πρέπει να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.

του Βασίλη Τσιράκη

*Ο Βασίλης Τσιράκης είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός.

Το παραπάνω βασίζεται στην ομιλία του Βασίλη Τσιράκη στην εκδήλωση “Ο πολιτισμός σώζεται όταν σώζονται οι άνθρωποι. Καλλιτέχνες-εργαζόμενοι, συνθήκες στον χώρο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την καραντίνα” που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2020 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αναιρέσεις 2020.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου