Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

O Μουγκός Ουζμπέκος, Λουίς Σεπούλβεδα, Με το ρομαντισμό και το πάθος των εξεγερμένων


Γράφει: Αντώνης Ν. Φράγκος - Λογοτεχνία + Ποίηση - 08/09/2015

O Μουγκός Ουζμπέκος, Λουίς Σεπούλβεδα, Μετ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδ. Opera
Και μόνο η προσωπική ιστορία του Λουίς Σεπούλβεδα θα έφτανε να γραφτεί ένα περιπετειώδες ρομάντζο ευαισθησίας και πολιτικής δράσης: μόλις 15 χρονών γίνεται μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας της Χιλής, ενώ το 1969 με την ολοκλήρωση των σπουδών του
, σκηνοθεσία θεάτρου στο Σαντιάγο, ταξιδεύει με πενταετή υποτροφία σε Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Λίγους μήνες αργότερα τον διαγράφουν, γιατί συγχρωτιζόταν με διάφορους «αντιφρονούντες». Επιστρέφει στην πατρίδα και συμμετέχει στην Unidad Popular που είχε συγκροτηθεί υπό την ηγεσία του Σαλβαδόρ Αλιέντε και μάλιστα στην προσωπική του φρουρά. Αφού βιώνει όλο τον εφιάλτη του πραξικοπήματος και την δολοφονία του Χιλιανού Προέδρου, συλλαμβάνεται και βασανίζεται άγρια. Τον καταδικάζουν επί εσχάτη προδοσία σε ποινή 28 ετών και μετά από δυόμισι χρόνια φυλάκισης τον απελευθερώνουν, ύστερα από παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και, φυσικά, τον εξορίζουν. Περιφέρεται ανάμεσα στο Εκουαδόρ, την Κολομβία και το Περού, αλλά και στον Αμαζόνιο με τους Ινδιάνους Σουάρ, και γράφει διηγήματα, θεατρικά έργα και ποιήματα -όταν δεν στήνει θιάσους. Το 1979 εντάσσεται στους Σαντινίστας της Νικαράγουα και μάλιστα, στην Διεθνή Ταξιαρχία Σιμόν Μπολίβαρ και μπαίνει νικηφόρος στην πρωτεύουσα Μανάγουα. Παραμένει λίγους μήνες για να βοηθήσει στο στέριωμα της επανάστασης και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 1980 εγκαθίσταται στην Ευρώπη -σήμερα στην Ισπανία- και γίνεται μάχιμος με την Greenpeace.
Σε αυτήν τη βαριά ατομική κληρονομιά, ο πολυβραβευμένος και πολυμεταφρασμένος Σεπούλβεδα επιστρέφει συχνά στα διηγήματά του και εκεί διαλέγει καταστάσεις για να τις εκθέσει δημιουργικά. Πολλά είναι τα γνωστά του βιβλία όπως  «Ο κόσμος του τέλους του κόσμου» ή το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης». 
Εδώ, στον «Μουγκό Ουζμπέκο» και τις εννέα «ιστορίες παρανομίας» που γράφει στον υπότιτλο, ιστορίες με νεαρούς ανθρώπους που -εκεί γύρω στα τέλη του ’60- θέλησαν με πάθος να φέρουν την δικαιοσύνη και να αλλάξουν το κόσμο. Είναι, δε, το απελευθερωτικό χιούμορ τού συγγραφέα που ποτίζει τούτες τις ιστορίες της πολιτικής, και όχι μόνο, ενηλικίωσης , στις οποίες προσδίδει ενδιαφέρον αλλά και απόλαυση, μέρος της οποίας οφείλεται και στην μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.
Στην πρώτη ιστορία -«Ο Στρατιώτης Τσαπάγεφ στο Σαντιάγο της Χιλής»- μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας συνάπτουν συμμαχία με αντίστοιχα της σοσιαλιστικής και αποφασίζουν να τοποθετήσουν μια αυτοσχέδια βόμβα στην εξώπορτα ενός αμερικάνικων συμφερόντων κτηρίου, ως διαμαρτυρία στον συνεχιζόμενο πόλεμο των Η.Π.Α. στο Βιετνάμ. Είναι τέτοια δε, η αφέλεια των διαλόγων, η θεωρητικολογία και πάνω από όλα, η οργάνωση της απόπειρας, αλλά και το αποτέλεσμα, ώστε μόνο γέλιο μπορεί να προκαλέσει, αλλά, προσέξτε, ο συγγραφέας είναι με το μέρος των νεαρών εξεγερμένων, με τον ρομαντισμό και το πάθος τους.
Στο “Blue Velvet”, τα τέσσερα μοναδικά εφηβικά μέλη οργάνωσης τύπου Τουπαμάρος διαπράττουν, επιτυχώς, μια τραβηγμένη από τα μαλλιά, ληστεία σε τράπεζα για να αποκτήσει νερό και ηλεκτρικό κάποιος καταυλισμός αστέγων -ως και μουσική παίζουν για να αισθάνονται χαλαροί οι πελάτες!


Λίγο πριν το τέλος, στον «Λιποτάκτη», ο Χιλιανός λογοτέχνης βάζει ένα χαρακτήρα του να περιγράψει τις τελευταίες ώρες του Τσε Γκεβάρα, με εικόνες σκληρές και ελεγειακές συνάμα: «Οι χωριάτες σταυροκοπιόνταν και τον αποκαλούσαν στα αϊμάρα Άγιο Ερνέστο της Λα Ιγκέρα, οι αξιωματικοί έβγαζαν φωτογραφίες δίπλα στο πτώμα του και οι στρατιώτες, φοβισμένοι,  κοίταζαν τους γύρω λόφους και θαρρούσαν πως έβλεπαν μέσα στη βλάστηση τη φάλαγγα της εκδίκησης».




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου