της Ραφαέλας Σέρβου
Η προωθούμενη από το Υπουργείο Παιδείας αξιολόγηση των σχολικών μονάδων από γονείς και μαθητές παρουσιάζεται ως μέτρο «ενίσχυσης της λογοδοσίας» και «εκδημοκρατισμού» της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Στην πραγματικότητα, όμως, συνιστά μια επικίνδυνη απλοποίηση ενός σύνθετου παιδαγωγικού και κοινωνικού φαινομένου, η οποία μετατοπίζει τις ευθύνες από την πολιτεία στους ίδιους τους φορείς της εκπαιδευτικής πράξης και, τελικά, στους πολίτες.
Η σχολική εκπαίδευση δεν είναι ούτε προϊόν προς κατανάλωση ούτε υπηρεσία που προσφέρεται στο πλαίσιο μιας σχέσης «πελάτη–παρόχου». Πρόκειται για δημόσιο κοινωνικό αγαθό, του οποίου η ποιότητα εξαρτάται πρωτίστως από τις δομικές επιλογές της πολιτείας: τη χρηματοδότηση, τη στελέχωση, τις υποδομές, τα αναλυτικά προγράμματα, τη στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού. Η αποσύνδεση της αξιολόγησης από αυτά τα αντικειμενικά και μετρήσιμα δεδομένα οδηγεί αναπόφευκτα σε στρεβλά και επισφαλή συμπεράσματα.
Τι ακριβώς καλούνται να αξιολογήσουν οι γονείς; Την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών, όταν αυτοί εργάζονται σε πολυπληθή τμήματα, με ελλείψεις προσωπικού, χωρίς επαρκή υποστήριξη και με αυστηρά, ασφυκτικά αναλυτικά προγράμματα που περιορίζουν την παιδαγωγική ελευθερία και ενισχύουν τη στείρα απομνημόνευση; Τις σχολικές μονάδες που λειτουργούν σε κτίρια με σοβαρά προβλήματα υποδομών, με στέγες που στάζουν, αίθουσες χωρίς επαρκή θέρμανση, χωρίς βιβλιοθήκες, εργαστήρια και βασικό εξοπλισμό; Ή μήπως την απουσία ολοήμερων σχολείων που λειτουργούν ουσιαστικά, αναγκάζοντας χιλιάδες οικογένειες να αναζητούν ιδιωτικές λύσεις προκειμένου να ανταποκριθούν στις εργασιακές τους υποχρεώσεις;
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η κατάσταση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, οι οποίοι καλούνται κάθε χρόνο να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εκπαιδευτικού συστήματος, βιώνοντας συνθήκες επαγγελματικής και προσωπικής επισφάλειας. Εκπαιδευτικοί που ξεσπιτώνονται, εργάζονται μακριά από τις οικογένειές τους, δαπανούν μεγάλο μέρος του μισθού τους σε ενοίκια και μετακινήσεις και, στο μεσοδιάστημα, επιβιώνουν με επιδόματα ανεργίας και προπληρωμένες κάρτες, είναι αδύνατον να μετατραπούν σε αντικείμενο «αξιολόγησης» χωρίς να αγνοηθεί πλήρως η κρατική ευθύνη για τη θέση στην οποία βρίσκονται.
Παράλληλα, η χρονική ασυνέπεια στη στελέχωση των σχολείων —με τη σχολική χρονιά να ξεκινά τυπικά τον Σεπτέμβριο και να ολοκληρώνεται λειτουργικά μόλις τον Νοέμβριο— δημιουργεί ένα κλίμα ανασφάλειας και αποδιοργάνωσης που επιβαρύνει μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς. Αντί η πολιτεία να λογοδοτήσει γι’ αυτή τη διαχρονική δυσλειτουργία, επιχειρεί να μετακυλήσει την ευθύνη μέσω μηχανισμών επιφανειακής αξιολόγησης.
Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν ενισχύουν τη βελτίωση του σχολείου, αλλά εντείνουν τις κοινωνικές ανισότητες. Η δημόσια «κατάταξη» σχολικών μονάδων οδηγεί στην υποβάθμιση ολόκληρων περιοχών, επηρεάζει την κοινωνική συνοχή και δημιουργεί φαύλους κύκλους απαξίωσης. Οι οικογένειες με περισσότερους πόρους θα αναζητούν «καλύτερα αξιολογημένα» σχολεία, ενώ οι λιγότερο προνομιούχες θα εγκλωβίζονται σε περιοχές και δομές που φέρουν το στίγμα της χαμηλής βαθμολογίας, ανεξάρτητα από τις πραγματικές αιτίες της υποβάθμισης.
Τέλος, η επίκληση της «συμμετοχής» των γονέων μέσω αξιολογήσεων λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακό τέχνασμα παρά ως ουσιαστική δημοκρατική διαδικασία. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η γνώμη του πολίτη καθίσταται καθοριστική, ενώ στην πράξη συγκαλύπτει την απουσία πολιτικής ευθύνης και στρατηγικού σχεδιασμού. Αντί για συνεργασία, καλλιεργεί ανταγωνισμό, καχυποψία και κοινωνικό κατακερματισμό.
Η πραγματική αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης δεν θα προκύψει από «αξιολογήσεις βιτρίνας» και ψηφιακές πλατφόρμες εντυπώσεων. Θα προκύψει μόνο μέσα από ουσιαστική χρηματοδότηση, σταθερό προσωπικό, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, σύγχρονες υποδομές και γνήσιο διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα. Κάθε άλλη προσέγγιση δεν αποτελεί μεταρρύθμιση, αλλά απόπειρα αποποίησης ευθυνών εις βάρος του δημόσιου σχολείου και της κοινωνίας συνολικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου