Του Γιώργου Καλημερίδη,
Το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε μέσα στον Δεκέμβρη τη δημιουργία μιας ψηφιακής πλατφόρμας αξιολόγησης των σχολικών μονάδων με στόχο όπως το ίδιο ισχυρίζεται τη διαμόρφωση ενός “ενιαίου, σύγχρονου και συμμετοχικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας των σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης”. Σε μια συγκυρία απαξίωσης, με ευθύνη του ίδιου του υπουργείου, του δημόσιου σχολείου, σε μια συγκυρία όπου το υπουργείου υποδέχεται εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές με δακρυγόνα έξω από τις διευθύνσεις εκπαίδευσης , επειδή διεκδικούν την πλήρη στελέχωση των σχολικών τους μονάδων, η ηγεσία του υπουργείου παιδείας στοχάζεται και θεωρητικά επιδιώκει συμμετοχικότητα, πολυπαραγοντική αξιολόγηση και κοινωνική λογοδοσία των σχολικών μονάδων.
Με τη χρήση ιδιόρρυθμων γλωσσικών κατασκευασμάτων, η πλατφόρμα ονομάζεται Educquality (sic), επιδιώκεται “η θεσμοθέτηση ενός διαφανούς, αντικειμενικού και πολυδιάστατου μηχανισμού αποτίμησης της ποιότητας των σχολικών μονάδων, βασισμένου σε πολυκριτηριακή ανάλυση ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων”. Μια εύκολη, αυθόρμητη αλλά και δικαιολογημένη απάντηση θα ήταν ότι οι σχολικές μονάδες δεν εντάσσονται, όπως ποικίλες ξενοδοχιακές επιχειρήσεις ή οι επιχειρήσεις εστίασης στο tripadvisor για να βαθμολογηθούν με τα αστεράκια που τους αντιστοιχούν αλλά αποτελούν σύνθετες κοινότητες μάθησης που επικαθορίζονται από τη βαθύτατη καπιταλιστική κρίση, την κρατική της διαχείριση, αλλά και τα μεγάλα επίδικα της κοινωνικής αντιπαράθεσης γύρω από τα ζητήματα της γνώσης, της μόρφωσης και των σκοπών του δημόσιου σχολείου. Διαφορετικά διατυπωμένο, όταν διαμορφώνεις μια πλατφόρμα αξιολόγησης των σχολικών μονάδων πρέπει πριν να έχεις ξεκάθαρο το παιδαγωγικό σου πρότυπο και την εκπαιδευτική σου πρόταση, να την εκθέτεις σε δημόσια αντιπαράθεση και δημόσια αξιολόγηση, άρα να τη θέτεις στην κρίση της κοινωνίας και στο τέλος να πηγαίνεις στην κοινωνία και να της ζητάς τη γνώμη της για τις σχολικές μονάδες σε σχέση με τον βαθμό που αυτές υπηρετούν ένα πλέον κοινωνικά πλειοψηφικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Σε κάθε περίπτωση επίσης, και αυτό ισχύει ως γενική παιδαγωγική αρχή, η αποτίμηση των εκπαιδευτικών πρακτικών ως μιας δυναμικής κοινωνικής διαδικασίας ανθρώπινης αλληλεπίδρασης δεν μπορεί να τυποποποιηθεί σε λίστες επιλογών και βαθμονομικής ιεράρχησης. Ο,τιδήποτε άλλοτε είναι εκπαιδευτικό ανέκδοτο.
Γίνομαι λίγο πιο συγκεκριμένος. H μορφωτική πρόταση του υπουργείου βασίζεται στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και στις οδηγίες της Κομισιόν: μείωση εκπαιδευτικών δαπανών (πολυετής δημοσιονομικός προγραμματισμός, μέχρι το 2029, που κατατέθηκε στην Ε.Ε, για να μιλάμε με ανοικτά χαρτιά), αύξηση μαθητών ανά τμήμα, αναγκαστική λειτουργία των σχολικών μονάδων με ελλιπή προσωπικό, εκχώρηση του δημόσιου σχολείου σε ιδιώτες (ωνάσεια), επίταση των εξεταστικών φραγμών (αριστεία), ιδιωτικά πανεπιστήμια/ κολέγια του συρμού, διαγραφές φοιτητών που έκαναν το λάθος να εργάζονται , όλοι οι εκπαιδευτικοί εν δυνάμει σε πειθαρχική διώξη και αποκλειστικό κριτήριο της μορφωτικής λειτουργίας του σχολείου οι εργασιακές δεξιότητες σε μια επισφαλή αγορά εργασίας. Λίγο πιο ειλικρινά για να μη νιώθει άβολα και ο κ. Πισσαρίδης, επιχειρήσεις παντού και μοίρασμα δημόσιου χρήματος σε ιδιώτες, ανταγωνισμός ως υπέρτατη αρχή, επίταση των ταξικών αποκλεισμών (βλέπε συζήτηση για εθνικό απολυτήριο). Ο εξισωτισμός οδηγεί σε ολοκληρωτισμούς, προετοιμαστείτε για τον πόλεμο . Έξω από το σχολείο, κρίσιμη παράμετρος , μια και εμπλέκεται η εργαζόμενη πλειοψηφία στην αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, η διαχείριση της γονεϊκότητας με 13 ώρες εργασίας ή απόλυτη ευελιξία στον ορισμό του εργασιακού ωραρίου από την εργοδοσία, η ανυπαρξία κοινωνικών δομών στήριξης της εργατικής οικογένειας, υπαρκτές πατριαρχικές και ρατσιστικές σχέσεις εξουσίας, διευρυμένη φτώχεια και ό,τι η τελευταία παράγει. Αυτό είναι το ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο αλλά και η κατεύθυνση της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής μέσα σε αυτό.
Σε τι διαφωνεί με τη συγκεκριμένη περιγραφή το υπουργείο Παιδείας; Να θέσουμε την παραπάνω περιγραφή στην κρίση της κοινωνίας, αν είναι σε ένα πρώτο επίπεδο ρεαλιστική και πώς την αξιολογεί σε ένα δεύτερο; Προφανώς δεν είναι στις προθέσεις του υπουργείου να θέσει τον εαυτό του σε κοινωνική αξιολόγηση και κάπου εδώ τελειώνει η κριτική στον ακροδεξιό λαϊκισμό της κυβέρνησης, καθώς έχει επιλέξει να κάνει εκπαιδευτική πολιτική με στυλ Λατινοπούλου-Πορτοσάλτε. Η ακροδεξιά επιλογή για τους κυβερνητικούς “μεταρρυθμιστές” είναι πλέον μια χρήσιμη ιδεολογική σανίδα σε μια προφανή κρίση πολιτικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης.
Μια προσθήκη, ακόμη, σημαντική κατά τη γνώμη μου. Ούτε στην κοινωνία θέλουν να πάνε με όρους απλού κοινωνικού αυτοματισμού. Τι τους διασφαλίζει ότι ένα σχολείο στην Ξηροκρήνη της Θεσσαλονίκης, μια φτωχή εργατική συνοικία ή αντίστοιχα στον Κολωνό της Αθήνας δεν θα έχει θετική κοινωνική αποτίμηση , λόγω της συμβολής όλων των εκπαιδευτικών του στη διαμόρφωση ενός ανθρώπινου μορφωτικού κλίματος; Ποιον /αν εμπιστεύεται ο εργαζόμενος/ η της σκληρής βιοπάλης για το παιδί του, την κυρία Βιολέτα της πρώτης δημοτικού απόφοιτης Παιδαγωγικής Ακαδημίας ή τον τοπικό διδάκτορα επόπτη εκπαίδευσης και την κα Ζαχαράκη; Να μετρήσουμε το εκπαιδευτικό μας ανάστημα. Αν σε ένα σχολείο με εκπαιδευτικούς απεργούς από την αξιολόγηση, σε κοινωνικά δύσκολη περιοχή, με χαμηλά βαθμολογικά αποτελέσματα στο διαγωνισμό PISA, αλλά με πλατιά αποδοχή από την εργατική οικογένεια για την ουσία της παιδαγωγικής παρέμβασής τους, θα αλλάξει η εξωτερική αξιολόγηση του συμβούλου εκπαίδευσης, ο οποίος είναι, αντικειμενικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά αποσυνάγωγος; Θα επανέλθω σε αυτό το σημείο γιατί εδώ είναι η πολιτική ουσία. Απλά υπογραμμίζω ότι η συμμετοχικότητα είναι εξ ορισμού απάτη.
Με βάση τα παραπάνω, που δυστυχώς έπρεπε να ειπωθούν για να συζητήσουμε για την Educquality σοβαρά, αναπτύσσονται οι ακόλουθοι προβληματισμοί σε σχέση με την εφαρμογή της εν λόγω πλατφόρμας: Σε ποια συγκυρία έρχεται, με ποια εκπαιδευτική και πολιτική στόχευση, στο πλαίσιο ποιας πολιτικής τακτικής του αστισμού για την επιβολή των θέσεων του σε ένα ανοικτό πεδίο αντιπαράθεσης γύρω από τα ζητήματα της αξιολόγησης και ασφαλώς με ποια ταξικά επίδικα; Μερικές μόνο σκέψεις .
α. Η πλατφόρμα επιδιώκει να επιβάλλει την κουλτούρα αξιολόγησης ως κανόνα αποτίμησης κάθε εργαζομένου. Με μεγαλύτερη ακρίβεια, επιθυμεί να εσωτερικεύσει κοινωνικά ότι κάθε συλλογική κρίση πρέπει να γίνεται με βάση τις ανάγκες της κρατικής εξουσίας και των επιχειρηματικών αναγκαιοτήτων. Οφείλουμε υπαρξιακά να παλεύουμε να είμαστε αποδεκτοί από κάθε εξουσιαστικό πλέγμα αφενός και αφετέρου να κρίνουμε και οι ίδιες / οι κάθε συλλογική έκφραση της κοινωνικής μας ζωής με τα κριτήρια που θέτει το κράτος και το κεφάλαιο. Η παιδαγωγική αυτονομία επομένως είναι ενοχλητική και κολάσιμη.Συμπληρωματικά, σε ένα ευρύτερο ιδεολογικό ορίζοντα, τα πάντα οφείλουν να κατακερματιστούν σε ένα σύνολο εξατομικευμένων προτιμήσεων και εξατομικευμένων επιλογών και στρατηγικών επιβίωσης, από τον μεμονωμένο εργαζόμενο μέχρι τη σχολικη μονάδα σε μια κινούμενη άμμο αβεβαιότητας ορχηστρωμένη από αυστηρούς κρατικούς και επιχειρηματικούς διατάκτες .
β. Η πλατφόρμα θέλει να διασπείρει ένα διάχυτο φόβο και να κάνει εμπεδωμένο βίωμα την υποτιθέμενη επιστημονική ανεπάρκεια για το σύνολο των εκπαιδευτικών των δημόσιων σχολείων. Με αυτό τον τρόπο- διάχυση του φόβου- η κρατική εξουσία εκτιμά ότι το μόνο ασφαλές επαγγελματικό καταφύγιο για τους εκπαιδευτικούς θα είναι η αποδοχή τελικά της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή αναδιατάσσει τη σημασία και τον ρόλο των εκπαιδευτικών υποκειμένων, από τη δασκάλα / ο της τάξης στον διαχειριστή της πλατφόρμας, ο οποίος είναι μονωμένος, όχι απλά από την παιδαγωγική και τη ζωή, αλλά και από την υπαρκτή κοινωνική κρίση και τις αγωνίες που βιώνει ο κόσμος της βιοπάλης. Αριθμοί και αντικειμενικότητα είναι το σύνθημα, εκεί όπου δεν βολεύεται ο Γιάννης, η Μαρία , το κάθε παιδί μας που χτυπιέται, ούτε ασφαλώς βολεύονται η κ. Ντίνα, η κ. Ιωάννα που παλεύουν για αυτά τα παιδιά . Πιστεύουν ότι είναι η ώρα των διαχειριστών δεδομένων που πάντα τους τρόμαζε η σχολική τάξη, όχι όμως και η ταξινόμηση και οι γραφειοκρατικές λίστες. Η παιδαγωγική της επίδειξης, η εικονοποίηση της εκπαιδευτικής πράξης και ψευδεπίγραφοι παιδοκεντρισμοί συνοδεύουν, αντίστοιχα, τους γραφειοκράτες και τα ποσοτικά κριτήρια ταξινόμησης της σχολικής μονάδας που έχουν στις αποσκευές τους.
γ. Θέλει να απαξιώσει την έννοια του δημόσιου αγαθού και των δημόσιων δικαιώματων. Να το πούμε λίγο πιο αναλυτικά, διότι φαίνεται ότι μπερδεύει ακόμη και την πολιτική Αριστερά. Η υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών και δικαιωμάτων δεν είναι αυτονόητα στον καπιταλισμό, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς αυτά, σίγουρα μπορεί να υπάρξει και με αυτά. Είναι λαϊκές κατακτήσεις όμως, και ειδικά στην Ελλάδα δεν χαρίστηκαν, είναι κατακτήσεις που κάνουν πιο ανθρώπινο τον εργατικό βίο και αποτελούν βάση για αγώνα, διεύρυνση δικαιωμάτων και ανατροπή του αστικού συστήματος. Ναι, το δημόσιο σχολείο που έγινε ωνάσειο δεν μας ικανοποιούσε πριν, αλλά τώρα παλεύουμε με χειρότερους όρους για το αυτονόητο δικαίωμα εγγραφής των παιδιών μας στο δευτεροβάθμιο σχολείο της γειτονιάς τους. Πώς σχετίζονται αυτά με την πλατφόρμα; Η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης προϋποθέτει την πλήρη απαξίωση του δημόσιου σχολείου και αυτή είναι και η πραγματική πολιτική στόχευση που θέλουν να υλοποιήσουν.
δ. Υπάρχουν και ζητήματα τρέχουσας οικοδόμησης κοινωνικών συμμαχιών από τη μεριά της κυβέρνησης, ας τα πούμε ζητήματα πολιτικής τακτικής. Δεν σχετίζονται άμεσα με την εκπαίδευση, αλλά την επηρεάζουν άμεσα. Η Δεξιά επιδιώκει να κινητοποιήσει αντιδραστικά μικροαστικά στρώματα σε μια προσπάθεια θωράκισης της πολιτικής κυριαρχίας της με αιχμή την απαξίωση κάθε δημόσιου αγαθού. Εκτιμά ότι αυτά θα χρησιμοποιούν την πλατφόρμα, θα δίνουν τον τόνο ή το ίδιο το υπουργείο ως διαχειριστής αυτά θα προβάλλει. Γενικά, η κυβέρνηση σε κάθε αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού και της ιδιωτικοποίησης (βλέπε Τέμπη) προτάσσει επιθετικά ακόμη μεγαλύτερες δόσεις κοινωνικού αυτοματισμού και ιδιωτικοποίησης. Σε μια διεθνή συγκυρία αντιδραστικοποίησης, ο ελληνικός αστισμός αλιεύει ό,τι πιο αντιδραστικό κυκλοφορεί στη διεθνή πολιτική αγορά, λίγο τραμπισμό, πολύ εθνικισμό, πολεμοκαπηλία ευρωενωσιακής κοπής κτλ. Πουθενά δεν αξιολογούν με απλές πλατφόρμες, καθολικής πρόσβασης, τα εκπαιδευτικά τους συστήματα τα κράτη, αν και η ιδέα του γονέα-καταναλωτή υπάρχει ως καταστατική εκπαιδευτική αρχή του νεοφιλελευθερισμού. Επομένως, εδώ το ζήτημα είναι η θωράκιση και η οικοδόμηση ενός κοινωνικού μπλοκ με λαϊκιστικούς όρους βαθιά αντιδραστικούς τραμπικού τύπου. Γονείς όπως στα Βρασνά και το Ωραιόκαστρο Θεσ/νίκης που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να συνυπάρχουν με προσφυγόπουλα είναι η πολιτική στόχευση της κυβέρνησης σε μια προσπάθεια κοινωνικής κινητοποίησης αντιδραστικού χαρακτήρα. Αυτή η κοινωνία πρέπει να μιλήσει για το υπουργείο και όχι γενικά η κάθε εργατική οικογένεια. Σε επίπεδο πολιτικης τακτικής επομένως ψαρεύουν στα θολά νερά του μισανθρωπισμού, που γεννά το σύστημά τους, για να χτυπήσουν ένα κίνημα που υπερασπίζεται θαρρετά το δικαίωμα στη μόρφωση για όλο τον κόσμο της εργασίας.
ε. Η πλατφόρμα επιχειρεί ή θα επιχειρήσει να σπάσει μια υπαρκτή και ενοχλητική συμμαχία μεταξύ εργαζόμενης πλειοψηφίας και εκπαιδευτικών. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το κυρίαρχο. Στην Ελλάδα υπάρχουν ιστορικές ιδιαιτερότητες, αξίζει να αναφερθούν και για εμάς τους ίδιους για να τοποθετήσουμε την ύπαρξή μας σε ένα πραγματικό ιστορικό πλαίσιο . Το εκπαιδευτικό κίνημα δεν συγκροτήθηκε, ιστορικά, σε αυτό τον τόπο, απλά στη βάση ενός τυπικού τρειντγουνισμού ή της υπεράσπισης ενός επιστημονικού επαγγελματισμού (professionalism). Εξαρχής, έθετε ζητήματα εκδημοκρατισμού, κοινωνικής ισότητας, εξέφρασε αγωνίες της νέας γενιάς, εμπλέκοταν άμεσα σε κάθε μεγάλη κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση του λαού μας. Πολλά τα παραδείγματα από τον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή, την μετεμφυλιακή Ελλάδα και τον μεταπολιτευτικό κύκλο. Ποτέ μα ποτέ, κλαδικό αίτημα των εκπαιδευτικών δεν αποσυνδέθηκε από τις συλλογικές αγωνίες της κοινωνίας των “κάτω”. Να το πούμε με ένα μόνο απλό παράδειγμα από το σήμερα, η συγχώνευση ενός σχολείου ναι αφορά απώλεια θέσεων εργασίας εκπαιδευτικών, αλλά κυρίως υποβαθμίζει τη μόρφωση της εργατικής τάξης και των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων και εκεί οικοδομούνται συμμαχίες. Και αυτό αναδεικνύεται και στη ζωή και στον δρόμο.
Το εκπαιδευτικό κίνημα στην Ελλάδα αποτελεί, ιστορικά, βασική συνιστώσα ενός πλατιού κοινωνικο-πολιτικού ρεύματος εκδημοκρατισμού της ελληνικής κοινωνίας που ενίοτε αποκτά ριζοσπαστικά και ανατρεπτικά χαρακτηριστικά. Αλλά και κάτι ακόμη, στο μικροεπίπεδο της καθημερινότητάς μας, όσους τόνους λάσπης και αν ρίξουν, κρίσιμες εργατικές μάζες αντιλαμβάνονται τον κοινωνικό και ουσιαστικό ρόλο της νηπιαγωγού, της δασκάλας και της καθηγήτριας. Υπάρχει ένας δεσμός ανθρώπινος, ο οποίος δεν σπάει με κοινωνικούς αυτοματισμούς.
Προφανώς δεν θα αναμετρηθούμε παιδαγωγικά με το υπουργείο, θα αναμετρηθούμε με τον αστυφύλακα, τον χαρτογιακά, τον διανοητικά οσφυοκάπτη της διοίκησης αλλά και την ανοικτή κρατική βία του υπουργείου, από τη Ζάκυνθο, την Ανατολική Αττική και την Λακωνία, ο πειθαρχικός καταναγκασμός είναι ο τρόπος με τον οποίον νοηματοδοτεί η κυβέρνηση τη σχέση εκπαίδευσης- ποιότητας. Θα περιμένουμε προφανώς την κρατική επίθεση, όχι όμως ως συντεχνία, αλλά με την κοινωνία και το πλατύ χαμόγελο των πολλών που κρατάει ζωντανό ο κόσμος της εκπαίδευσης.
Συμπερασματικά, αυτή τη συμμαχία εργασίας – εκπαίδευσης θέλει να σπάσει η συγκεκριμένη κυβερνητική πρωτοβουλία, με φτηνούς όρους τηλεοπτικού δελτίου, ψηφιακής ανοησίας και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τους απαντάμε με την κοινωνία των καταπιεσμένων, της οποίας είμαστε μέλη, για τη νίκη και την ανατροπή. Ο φόβος έχει συγκεκριμένο στρατόπεδο είναι πλέον εμφανές. Το επιβεβαιώνει η Eduquality…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου