Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Συνέντευξη - Αντώνης Μποσκοΐτης: «Γράμματα στη Γερμανία»

Μια βουβή ταινία που κραυγάζει για τη μετανάστευση

Από μικρός αγάπησε τον κινηματογράφο και τη μουσική. Στην αγάπη προστέθηκε το ταλέντο και σχεδόν φυσικά είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους κινηματογραφιστές αλλά και δημοσιογράφους. «Φλέρυ – Η τρελή του φεγγαριού», «Ζωντανοί στο Κύτταρο – Σκηνές ροκ», «Κατερίνα Γώγου – Για Την Αποκατάσταση Του Μαύρου», «Οδύσσειες Σωμάτων-Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο», οι ταινίες-ντοκιμαντέρ του.

Εκτός αυτών εκατοντάδες άρθρα, κριτικές, έρευνες, ραδιοφωνικές εκπομπές αλλά και σταθερή παρουσία πίσω από τη σκηνή κάθε μεγάλης συναυλίας που γίνεται για κοινωνικοπολιτικό λόγο. Αυτός είναι ο Αντώνης Μποσκοΐτης και η νέα του ταινία μικρού μήκους που προβάλλεται αύριο στο Ιντεάλ στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του 21ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας, με τίτλο «Γράμματα στη Γερμανία» έχει, δυστυχώς, απόλυτα επίκαιρο θέμα: τη μετανάστευση και την απώλεια.  

Αντώνη, πως αποφάσισες να κάνεις – να σκηνοθετήσεις για την ακρίβεια – νέα ταινία; Ρωτώ δεδομένης της οικονομικής ασφυξίας που κυριαρχεί και στον ελληνικό κινηματογράφο αλλά και της δικής σου θέσης, αφού γνωρίζω πως και λεφτά δεν βγάζεις αλλά και λεφτά θέλεις να δίνεις στους συνεργάτες σου.

Δεδομένου του μπάχαλου που επικρατεί σε ΕΚΚ, ΕΡΤ κλπ., τους μόνους χρηματοδοτικούς φορείς για κάθε κινηματογραφιστή στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, αλλά κυρίως και μιας μόνιμης αφραγκίας σε προσωπικό επίπεδο, το θεωρούσα σχεδόν…εξωγήινο να ξανακάνω ταινία, αφού και το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ για την Κατερίνα Γώγου ήταν αυτοδιαχειριζόμενη ανεξάρτητη παραγωγή. Δηλαδή, μια φορά μπορείς να το κάνεις αυτό, να φωνάζεις φίλους να δουλέψουν τζάμπα, δε γίνεται συνέχεια. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, πόσο ανέβηκε το ηθικό μου, όταν η συγγραφέας Τούλα Μπούτου με προσέγγισε και μου ζήτησε να σκηνοθετήσω τη μεταφορά ενός διηγήματος της στον κινηματογράφο. Το πρώτο πράγμα που της είπα ήταν ναι, πάμε να το κάνουμε, όμως χρειάζεται χρήμα, »το Α και το Ω στο σινεμά» που λέει κι ο Κούνδουρος. Μου ζήτησε να βγάλω budget, το έκανα – μεγάλη εμπειρία είχα πια επ” αυτού, καταθέτοντας φακέλους στο ΕΚΚ όλα αυτά τα χρόνια -, είδε φαντάζομαι ό,τι ήμασταν μέσα σε λογικότατο πλαίσιο και το ξεκινήσαμε. Να μην τα πολυλογώ, ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση για ένα λόγο: Όλοι οι άνθρωποι του συνεργείου, από τους ηθοποιούς μέχρι τη μακιγιέζ, την πρώτη μέρα γυρίσματος παρέλαβαν από ένα φάκελο με τα χρήματα τους. Δε φαντάζεσαι πόσο όμορφο ήταν αυτό εν μέσω κρίσης και οικονομικών δυσκολιών για όλους μας. Στο λέω εγώ αυτό που από τις μέχρι τώρα ταινίες μου, αν εξαιρέσεις το αντίτιμο των βραβείων τους, δεν έχω βγάλει φράγκο και πάντα φρόντιζα με την παραγωγή να πληρώνονται οι συνεργάτες, να έχουν το ΙΚΑ τους και όλα αυτά τα αυτονόητα.

Αν και ο τίτλος «Γράμματα στη Γερμανία» προϊδεάζει για μια παρακολούθηση διαλόγων και μονολόγων, ωστόσο η ταινία είναι βουβή. Έτσι κραυγάζει περισσότερο;

Διάβασα το διήγημα της Μπούτου και της παρέδωσα ένα πρώτο σεναριακό σχεδίασμα, το οποίο η ίδια τελειοποίησε. Θα είμαι ειλικρινής: Φοβόμουν πολύ από καλλιτεχνικής άποψης το θέμα της αλληλογραφίας μεταξύ δύο ανθρώπων, καθώς και το έντονο μελό στοιχείο της ιστορίας. Θα βαριόμουν αφόρητα να βλέπω ακόμη κι εγώ ο ίδιος μία ταινία με ακατάσχετους εσωτερικούς μονολόγους ή, ακόμη χειρότερα, με διαλόγους. Κι εδώ θέλω να ευχαριστήσω τη συγγραφέα και σεναριογράφο μας που με εμπιστεύθηκε και δεν είχε πρόβλημα να προκύψει από το γραπτό της μία βουβή ταινία, όπου όλη η »δράση» κινείται από τις ερμηνείες των ηθοποιών και τα βλέμματα τους.
Αγαπώ τους ηθοποιούς και λόγω της ενασχόλησης μου με το ντοκιμαντέρ, δεν μού είχε δοθεί η ευκαιρία να δουλέψω αρκετά μαζί τους. Αυτήν τη φορά το χάρηκα αρκετά, παρ” όλο που μιλάμε για μια μικρής διάρκειας ταινία με τέσσερις μέρες γυρισμάτων όλες κι όλες, δύο στην Αθήνα κι άλλες δύο στο Λουξεμβούργο. Ας μη φανταστεί κανείς πως επειδή πήγαμε εξωτερικό, πρόκειται για καμιά υπερπαραγωγή. Τα εισιτήρια εμού, του διευθυντή φωτογραφίας και των δύο ηθοποιών κόστισαν περίπου 800 ευρώ, ενώ στο Λουξεμβούργο ανάλαβαν τη φιλοξενία και τη σίτιση μας οι εκπληκτικοί Βύρων Γκουλάκης και Κατερίνα Κουκίδου από τη δραστήρια Ελληνική Κινηματογραφική Λέσχη Λουξεμβούργου. Τους γνώριζα τους ανθρώπους, εφόσον από το 2006 πηγαινοέρχομαι στο Λουξεμβούργο, καλεσμένος της Λέσχης με τις ταινίες μου. Έτσι, ήταν λογικό όταν έπεσε η ιδέα γυρισμάτων στη Γερμανία, να παροτρύνω την παραγωγή να πάμε λίγο…παραπέρα, στο Λουξεμβούργο δηλαδή, όπου το ταξίδι και όλη η φάση θα κόστιζαν σαφώς λιγότερο.


Επιμένεις στο ασπρόμαυρο και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Εδώ ήταν λόγω άποψης ή το περιβάλλον της ταινίας σου το επέβαλε;

Ναι, δουλέψαμε πάλι ασπρόμαυρο, που το γουστάρω πολύ. Πάντα λέω για ό,τι κάνω πως θα έχανε τη μισή αξία του αν είχε χρώμα, πόσο μάλλον εδώ που η ιστορία διαδραματίζεται στην Ελλάδα των αρχών του 1960. Μια Ελλάδα μελό, σαν την ιστορία μας κάπως, εν μέσω πολιτικών ταραχών, ομαδικής μετανάστευσης στο εξωτερικό και στη Γερμανία κυρίως, αλλά και με μια αγνότητα στα συναισθήματα των ανθρώπων της. Ως άποψη, επίσης, επιλέξαμε μαζί με τον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο, τον διευθυντή φωτογραφίας και πολύτιμο φίλο, να μην υπάρχει καμία κίνηση της μηχανής και όλη η ταινία να βγει με σταθερά στυλιζαρισμένα πλάνα. Δεν φαντάζεσαι πόσο δύσκολο ήταν αυτό, δεδομένης και της απουσίας ενός ηχοληπτικού team. Το στήσιμο κάθε πλάνου μπορεί να έπαιρνε και δύο ώρες, εφόσον προσέχαμε κάθε λεπτομέρεια του σε σκηνογραφικό – φωτιστικό – σκηνοθετικό επίπεδο.

Έχεις και συ ως δημιουργός και οι θεατές τη χαρά να συμβάλλει με τη μουσική της η Ελένη Καραϊνδρου. Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Ως βουβή ταινία, θέλαμε να υπάρχει μόνο η κατάλληλη μουσική που θα ζωγράφιζε κανονικά τις ψυχολογίες των προσώπων και θα προχωρούσε τη δράση μαζί με το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Σκέφτηκα την Ελένη Καραΐνδρου, αν και δίσταζα να της το προτείνω. Τη μέρα που πήγα σπίτι της για να μιλήσουμε, εκείνη μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Τέρενς Μάλικ, ενώ συζητήσαμε λίγο για το τελευταίο »Mad Max» που βγήκε με δική της μουσική μέσα. Ένας άλλος συνάδελφος πιθανώς να της έλεγε »Με συγχωρείται, έχω μια δουλειά» και να την έκανε με ελαφρά…Τυχαίνει όμως να τη γνωρίζω την Ελένη από τον μουσικοδημοσιογραφικό χώρο και να έχουμε μία αλληλοεκτίμηση. Της άφησα το σενάριο, έφυγα και τις επόμενες μέρες σκεφτόμουν »Σιγά τώρα η Ελένη μη βρει χρόνο να ασχοληθεί». Δέκα μέρες μετά, μου τηλεφώνησε εκείνη, ξαναβρεθήκαμε και είδα με απίστευτη χαρά ότι είχε κρατήσει σημειώσεις πάνω στο σενάριο. Μέχρι να μπούμε στο μοντάζ, είχα στα χέρια μου περίπου δεκατρία θέματα της για φλάουτο, κλαρινέτο, κιθάρα, σαξόφωνο και ακορντεόν. Απίστευτο! Όσο για το βαλς του τέλους, γυρνώντας από Λουξεμβούργο, επικοινώνησα πάλι μαζί της. Είδε τη σκηνή στο dvd, ακατέργαστη, και πάλι λίγες μέρες μετά με φώναξε για να μου παραδώσει ένα πανέμορφο βαλς 30 δευτερολέπτων – υπ” όψιν, η σκηνή διαρκεί 28 δευτερόλεπτα! Θυμάμαι ότι την αγκάλιασα και γυρνάει και μου λέει: »Δε χαίρεσαι που έκατσαν όλα τόσο καλά;» Πράγματι! Τώρα που η ταινία τελείωσε και έκατσαν όλα καλά, την ευχαριστώ την Καραΐνδρου για τη γενναιοδωρία της και τη διάθεση της να δημιουργήσει μέσα από τις εικόνες που φτιάξαμε με τους συνεργάτες μου.

Για τους ηθοποιούς όλη αυτή η συνθήκη της βουβής, της ασπρόμαυρης, της στατικής ταινίας ήταν φαντάζομαι ιδιαίτερη και δύσκολη εμπειρία. Πως τους αισθάνθηκες;

Οι ηθοποιοί ήταν ακούραστοι. Ειδικά ο Μανώλης Δεστούνης πού είναι και μεγάλος άνθρωπος, δεν παραπονέθηκε ούτε για μια στιγμή που τον είχαμε να περιμένει με τις ώρες μέχρι να πάμε πλάνο. Αυτός είναι σπουδαίος ηθοποιός και υποτιμημένος μάλλον. Ο ίδιος το αποδίδει και στο χαρακτήρα του, που μια ζωή υπήρξε ατίθασος και δε χαριζόταν σε κανέναν. Μάλλον ήξερε που τα έκανε κι ας του κόστισε, αφού με εντυπωσίασε το άφημα του στον σκηνοθέτη και η ζεστή σχέση του με όλα τα παιδιά του συνεργείου. Για τον Απόλλωνα Μπόλλα, που υποδύθηκε τον γιο του, είναι η πρώτη του »επίσημη» κινηματογραφική εμφάνιση. Στη σκηνή που αγκάλιασε τον Δεστούνη, λίγο πριν φύγει για τη Γερμανία υποτίθεται, τα μάτια του πρήστηκαν από το κλάμα. Και τότε θυμήθηκα πως ο Απόλλωνας είχε χάσει τον πατέρα του λίγους μήνες πριν τα γυρίσματα. Φαντάσου τώρα ένα νέο ελπιδοφόρο ηθοποιό που του λες να παίξει χωρίς να μιλάει καθόλου, σε βουβή ταινία. Και αυτός μπήκε πολύ μέσα σ” αυτό και το υπηρέτησε με εντυπωσιακό επαγγελματισμό και ευδιαθεσία. Του εύχομαι να έχει μια καλή συνέχεια και να προσέξει πολύ στα επόμενα βήματα του, καθώς οι πειρασμοί για τους νέους ηθοποιούς είναι πολλοί. Υπάρχει η τηλεόραση – και ποιος πληρώνεται πια, θα μου πεις, στην τηλεόραση – υπάρχουν οι διαφημίσεις, υπάρχουν και τα σήριαλ αμφιβόλου ποιότητας συνήθως. Χαίρομαι που οι τρεις ηθοποιοί της ταινίας αυτής, και ο βετεράνος Δεστούνης, και ο Απόλλωνας και η Λίλα, το χειμώνα θα δουλεύουν στο θέατρο και θα ασκούν την τέχνη τους μπροστά στο κοινό.

Τι επιθυμείς για την πορεία της ταινίας και τι σχεδιάζεις για τη δική σου κινηματογραφική πορεία;

Δεν ξέρω ποια θα είναι η μοίρα της ταινίας ως μικρού μήκους. Φεστιβάλ του εξωτερικού ίσως; Μια ενδεχόμενη διανομή της μαζί με μια μεγάλου μήκους ταινίας στους αθηναϊκούς κινηματογράφους; Μία ή δύο προβολές της στην κρατική τηλεόραση κάνα χρόνο μετά; Μόλις σου περιέγραψα τι γίνεται συνήθως με μια μικρού μήκους ταινία. Να σου πω την αλήθεια, δεν υποτιμώ καθόλου τις μικρού μήκους ταινίες, αλλά είχα να καταπιαστώ από το 2003 μαζί τους. Τα »Γράμματα στη Γερμανία» είναι μια παρένθεση στην αμιγώς ντοκιμαντερίστικη φιλμογραφία μου ή η αρχή για μία ενασχόληση με τη φιξιόν ταινία. Θα δείξει. Ήδη ετοιμάζω ένα φιλόδοξο πρότζεκτ, τη μεταφορά της »Γυναίκας της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. Και υπάρχει και κάτι άλλο, επίσης αρκετά φιλόδοξο, που δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα αυτή τη στιγμή. Το μόνο που θέλω τώρα είναι την Παρασκευή αυτή, το απόγευμα, 2 Οκτωβρίου στο Ιντεάλ, να γίνει μια όμορφη και ζεστή προβολή της ταινίας, την οποία θα ευχαριστηθούμε με τους συνεργάτες μου και τους φίλους που θα μας τιμήσουν.

Info:
Γράμματα στη Γερμανία
Παραγωγή: Sequence & Stage Prod.
Σκηνοθεσία: Αντώνης Μποσκοΐτης
Σενάριο: Τούλα Μπούτου, βασισμένο στο διήγημα της, »Άρνηση»
Διεύθυνση φωτογραφίας: Δημήτρης Θεοδωρόπουλος
Μοντάζ: Πάνος Καραχάλιος
Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου
Σκηνικά – Κοστούμια: Κική Μήλιου
Μακιγιάζ: Άννα Πιτσικάλη
Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Θεοχαρίδης
Ηθοποιοί: Μανώλης Δεστούνης (πατέρας), Απόλλων Μπόλλας (γιος), Λίλα Μπακλέση (νύφη), Παντελής Θεοχαρίδης (ταχυδρόμος)

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου (17:00-19:00) στο Ιντεάλ στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του 21ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου