Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί απέναντι στην καπιταλιστική κρίση, Γ. Γρόλιος, καθηγητής ΑΠΘ

* Το κείμενο αποτελεί ομιλία του Γ. Γρόλιου, καθηγητή στο ΑΠΘ, στο 4ο Διεθνές Συνέδριο για την Κριτική Εκπαίδευση, που πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη μεταξύ 23 και 26 Ιουνίου του 2014.

Απέναντι στην κρίση και την καπιταλιστική νεοφιλελεύθερη και νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση, η κριτική εκπαίδευση επιχειρεί να συγκροτήσει ένα πλαίσιο τακτικής, δηλαδή ένα σύνολο θέσεων που αναφέρονται στο τι μπορούν να κάνουν οι εκπαιδευτικοί στην παρούσα συγκυρία. Η απελευθερωτική παιδαγωγική του Πάουλο Φρέιρε και πλευρές της κριτικής παιδαγωγικής, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί με τη συμβολή εννοιών που προέρχονται από την παράδοση του Μαρξισμού, μπορούν να αξιοποιηθούν ως βάση για τη συγκρότηση αυτού του πλαισίου.

Πρωταρχική σημασία σε αυτή την κατεύθυνση έχει η απάντηση στο ερώτημα του ρόλου της εκπαίδευσης. Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί δεν είναι αφελείς για να πιστεύουν στη δύναμη της επίσημης εκπαίδευσης να διαμορφώνει, κατά κύριο λόγο, την κοινωνία. Αντίθετα, η κοινωνία, ανάλογα με τη δική της δόμηση, διαμορφώνει την εκπαίδευση σε σχέση με τις ανάγκες των κοινωνικών τάξεων οι οποίες ελέγχουν την εξουσία. Ωστόσο, οι αντιφάσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν την κοινωνία διαπερνούν την εκπαίδευση. Οι συγκεκριμένες σε κάθε συγκυρία και χώρα μορφές των δομών και των λειτουργιών, καθώς και η σχολική γνώση, αποτελούν προϊόντα κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών συγκρούσεων, εντός και εκτός της εκπαίδευσης.

Από τη σκοπιά της κυρίαρχης τάξης, η κύρια εργασία της εκπαίδευσης είναι να αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία. Η αναπαραγωγική εργασία της κυρίαρχης ιδεολογίας συνεπάγεται το θάμπωμα της πραγματικότητας, την παρεμπόδιση της απόκτησης κριτικής επίγνωσης από τους μαθητές, της κριτικής κατανόησης της πραγματικότητάς τους και της σύλληψης των αιτίων της ύπαρξης των γεγονότων. Η εκπαιδευτική εργασία η οποία αντιτάσσεται στην αναπαραγωγική διαδικασία δεν μπορεί να πραγματωθεί από εκπαιδευτικούς που υποστηρίζουν το κοινωνικοπολιτικό καθεστώς. Εκείνοι που θέλουν να αλλάξουν την κοινωνία πρέπει να δρουν μέσα στα σχολεία με σκοπό να αποκαλύπτουν την πραγματικότητα την οποία αποκρύπτει η κυρίαρχη ιδεολογία, κυρίως μέσω του αναλυτικού προγράμματος και των σχολικών εγχειριδίων.

Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί εναντιώνονται στην άποψη σύμφωνα με την οποία η εκπαιδευτική πρακτική είναι διακριτή από την πολιτική πρακτική, άποψη που α) δεν βλέπει την εκπαίδευση ως χώρο όπου ασκούνται πολιτικές και διεξάγονται πολιτικές συγκρούσεις, ένα χώρο όπου η πάλη των τάξεων διεξάγεται με μια μεγάλη ποικιλία μορφών, β) δεν θέτει ερωτήματα για τους τρόπους παραγωγής της γνώσης και της επιστήμης, καθώς και για τη σχέση τους με την οικονομία και τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις εξουσίας και γ) δεν οδηγεί τους εκπαιδευτικούς να αξιοποιούν το περιεχόμενο της εκπαίδευσης αποκαλύπτοντας την πραγματικότητα στους μαθητές τους.

Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί πρέπει να συζητούν τα προβλήματα της χώρας τους, του κόσμου τους, της εργασίας, της δημοκρατίας, δεν πρέπει να φοβούνται την ανάλυση της πραγματικότητας. Το περιεχόμενο των αντικειμένων της διδασκαλίας δεν πρέπει να διδάσκεται χωριστά από το κοινωνικό τους πλαίσιο, χωριστά από την κριτική συζήτηση σχετικά με την κοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολιτισμική πραγματικότητα, χωριστά από άλλες μορφές γνώσης και από αξίες που σπάνια αποτελούν μέρος του αναλυτικού προγράμματος. Επίσης, η διδασκαλία του περιεχομένου πρέπει πάντοτε να συνδέεται με τη διδασκαλία τρόπων σκέψης και μελέτης, τρόπων προσέγγισης του αντικειμένου της γνώσης, καθώς και της σημασίας της έρευνας για τη γνώση. Το περιεχόμενο δεν είναι δυνατό να αποσυνδεθεί από την εξάσκηση του να σκέφτεται κάποιος ορθά.

Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί οφείλουν να αντιμετωπίζουν τον κατακερματισμό και την πολυδιάσπαση της γνώσης, την άρνηση του ενιαίου χαρακτήρα της. Η κυρίαρχη παιδαγωγική προωθεί ένα ασύνδετο γαλαξία ρηχών γνώσεων ο οποίος δεν αναπτύσσει τη συνθετική σκέψη και προωθεί τη λογική της εργαλειακής χρήσης τους, με αποτέλεσμα να μη δίνει εφόδια για την ερμηνεία του φυσικού και κοινωνικού κόσμου. Έτσι, οι μαθητές αδυνατούν να κατανοήσουν συνολικά την κοινωνία, την αντιλαμβάνονται με στατικό – ανιστορικό τρόπο. Σε αντίθεση με αυτή τη λογική, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προωθήσουν την ουσιαστική και σε βάθος κατανόηση θεμάτων τα οποία προσεγγίζουν μαζί με τους μαθητές τους, χρησιμοποιώντας πορίσματα διαφορετικών επιστημονικών περιοχών.

Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί αμφισβητούν το μύθο της αμάθειας των λαϊκών τάξεων που καλλιεργούν οι κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις. Τα επίπεδα της λαϊκής γνώσης δεν είναι δυνατό να εξηγηθούν μεταφυσικά, αλλά ιστορικά και κοινωνικά. Κατά συνέπεια, ακριβώς τα επίπεδα της λιγότερο αυστηρής γνώσης που έχουν συγκροτηθεί με συγκεκριμένο τρόπο πρέπει να αποτελέσουν το σημείο από το οποίο θα ξεκινήσει η διδασκαλία. Όμως, η στήριξη στην εμπειρική γνώση των μαθητών δεν συνεπάγεται περιστροφή επ’ αόριστον γύρω απ’ αυτή τη γνώση, ούτε μυθοποίησή της.

Οι εκπαιδευτικές δυσκολίες θα μειώνονταν αν τα σχολεία έπαιρναν υπόψη τους την κουλτούρα, τη γλώσσα, τη γνώση των λαϊκών τάξεων για να τις επεξεργαστούν και να τις αξιοποιήσουν στο αναλυτικό πρόγραμμα. Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί πρέπει να κατανοήσουν τη σημασία της γνώσης του συγκεκριμένου κόσμου εντός του οποίου οι μαθητές τους ζουν, των συγκεκριμένων προτιμήσεων, πεποιθήσεων, φόβων και επιθυμιών που τους διαμορφώνουν. Με άλλα λόγια, οι κριτικοί εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να αγνοούν και να απαξιώνουν τη γνώση η οποία προέρχεται από τις βιωμένες εμπειρίες που οι μαθητές φέρνουν στο σχολείο, αλλά μέσω αυτής της γνώσης να οδηγούν τους μαθητές στην περισσότερο ακριβή – επιστημονική γνώση.

Η κριτική προς την παραδοσιακή εκπαίδευση δεν συνεπάγεται την άρνηση της ανάγκης οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές να διαβάζουν συνεχώς και με σοβαρότητα την κλασική φιλολογία για κάθε πεδίο γνώσης. Για παράδειγμα, στο πεδίο της κοινωνιολογίας, ανεξάρτητα από την αποδοχή ή την απόρριψή τους, οι μαθητές πρέπει να μελετούν το Μαρξισμό, το Θετικισμό, το Στρουκτουραλισμό, το Λειτουργισμό. Οι κριτικοί εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να περιορίζονται στο να παρουσιάζουν τη δική τους ανάγνωση του κόσμου, κάτι που έχουν την υποχρέωση να κάνουν αφού το αντίθετο συνιστά μια υποκριτική αποδοχή της ανύπαρκτης ουδετερότητας της εκπαίδευσης. Πρέπει να αναδεικνύουν το γεγονός ότι υπάρχουν άλλες αναγνώσεις του κόσμου, διαφορετικές και συχνά ανταγωνιστικές με τις δικές τους.

Μια άλλη μορφή επιβολής, ενάντια στην οποία πρέπει να τοποθετούνται οι κριτικοί εκπαιδευτικοί αποτελεί η λεγόμενη αντικειμενικότητα και η μη–κατευθυντικότητα, αφού όταν ο εκπαιδευτικός δεν δημιουργεί τους όρους για να σκέφτονται κριτικά οι μαθητές, αυτό συνιστά μια συγκαλυμμένη επιβολή των συνθηκών που είναι υπεύθυνες για το καθεστώς της υποτέλειάς τους. Η άρνηση του αυταρχισμού δεν συνεπάγεται την κυριαρχία του τυχαίου και της επιτρεπτικότητας. Ο κριτικός εκπαιδευτικός δεν είναι διευκολυντής της μάθησης των μαθητών, είναι καθοδηγητής τους στον ανηφορικό δρόμο της μόρφωσης, του αγώνα και της κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης.

Όλα τα προηγούμενα σχετικά με το τι μπορούν να κάνουν οι κριτικοί εκπαιδευτικοί στην παρούσα συγκυρία πρέπει να ενταχθούν σε μια σαφή στρατηγική στόχευση. Αυτή η στόχευση αφορά τηνεπαγγελία μιας νέας κοινωνίας στην οποία δεν θα κυριαρχούν οι κοινωνικές τάξεις που αποδείχτηκαν όχι μόνο αναποτελεσματικές για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά είναι ακριβώς η κυριαρχία τους υπεύθυνη για την κρίση και τις συνέπειές της. Μια τέτοια σοσιαλιστική κοινωνία δεν μπορεί παρά να θεμελιώνεται στην κοινωνική – συλλογική ιδιοκτησία και στο δημοκρατικό έλεγχο των στρατηγικής σημασίας τομέων της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος, που θα συνδυάζονται με αξιοπρεπείς όρους ζωής, με την ουσιαστική δημόσια κοινωνική προστασία και υγεία, καθώς και με την ανάπτυξη δημοκρατικών λαϊκών θεσμών, της ελευθερίας του λόγου, του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, της προσωπικής ελευθερίας.

Όμως, ο σοσιαλιστικός κοινωνικός μετασχηματισμός δεν περιορίζεται σε όσα προαναφέρθηκαν. Για να πραγματωθεί, κεφαλαιώδη σημασία έχει να αλλάξουν ριζικά οι συνειδήσεις και οι πρακτικές των ανθρώπων, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο λόγω της ιδεολογικής κληρονομιάς αιώνων. Συνεπώς, ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι κομβικής σημασίας: η παιδαγωγική διαδικασία πρέπει να είναι διαρκώς παρούσα και να αποτελεί ένα από τα πιο αποτελεσματικά όργανα τόσο για την προώθηση των δομικών αλλαγών όσο και για την προφύλαξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού από τον εκφυλισμό. Η εκπαίδευση που θα απελευθερώσει τις δημιουργικές δυνάμεις των λαϊκών κοινωνικών τάξεων δεν μπορεί να έχει ελιτίστικο χαρακτήρα, δεν μπορεί παρά να είναι λαϊκή και κριτική. Συνεπώς, αποτελεί επιτακτική αναγκαιότητα για το κίνημα της κριτικής εκπαίδευσης, στη σημερινή εποχή της κρίσης που το δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα είναι ταυτόχρονα τραγικά και ελπιδοφόρα επίκαιρο, να επιχειρήσει να απαντήσει στο ερώτημα του τύπου του σχολείου ο οποίος μπορεί να προωθήσει το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου